Romeo, Juliet and Darkness (1960), Jiri Weiss

Έχω να γράψω πολύ καιρό. Υπερβολικά πολύ καιρό, αν αναλογιστώ τον αριθμό των ταινιών που έχω δει στο ενδιάμεσο και μάλιστα τον αριθμό των ταινιών για τις οποίες σκόπευα να γράψω, ωστόσο αποφάσισα σήμερα να ξαναξεκινήσω το γράψιμο με μια ταινία που είδα μέρες πριν, το τσέχικο “Romeo, Juliet and Darkness”.

Η ταινία αυτή απ’ ότι κατάλαβα είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί και απ’ ότι φαίνεται η μόνη κυκλοφορία της σε DVD (ή τουλάχιστον η μόνη εύκολα προσβάσιμη), το οποίο μάλιστα δεν έχει ιδιαίτερα καλή ανάλυση, καθαρά λόγω τις παλιάς και κακομεταχειρισμένης κόπιας, είναι από την “second run” (για την οποία πρέπει να σας έχω μιλήσει και στο παρελθόν), το οποίο και κατέχω. Κρίμα λοιπόν, γιατί αυτό το “μικρό” τσέχικο φιλμ είναι πολύ γλυκό και ζεστό με ένα πολύ απλό, καθαρό και ταπεινό τρόπο.

Το χρονικό πλαίσιο της ταινία ο 2ος Παγκόσμιος. Ο νεαρός Pavel ζει στην Τσεχία την εποχή εκκαθαρίσεων Εβραίων. Έτσι μια μέρα βρίσκει στην γειτονιά του μια νεαρή Εβραία κοπέλα, την Hanka που δεν ακολούθησε τους υπόλοιπους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και προσπαθεί να κρυφτεί, ώστε να μην την πιάσει η Gestapo. Ο Pavel, που είναι ήδη θυμωμένος με την κατάσταση που επικρατεί αποφασίζει να την κρύψει σε μια αποθήκη της πολυκατοικίας του. Αυτό το γεγονός θα σημάνει τον καταδικασμένο έρωτα των δύο νεαρών. Κάπως έτσι απλά, λιτά και ρομαντικά εξελίσσεται η υπόθεση ενός έρωτα που μοιάζει σαν αυτόν του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, τον έρωτα μεταξύ δύο ατόμων που είναι παράπλευρες απώλειες μιας “βεντέτας”, λόγω της καταγωγής τους και των προκαταλήψεων.

Νομίζω πως δεν έχω να πω τίποτα άλλο για την ταινία. Αγγίζει με έναν πολύ διακριτικό τρόπο και καταφέρνει να είναι λυρικά ρομαντική χωρίς “φανφαρόνικο” ύφος. Ψάχτε την, γιατί δεν δικαιούται να μείνει στο “σκοτάδι” μαζί με τους ήρωές της. Οπότε για άλλη μια φορά βγαίνουμε στο συμπέρασμα ότι: Czechs do it better!

Fun Fact: Η ταινία κέρδισε το “Χρυσό Κοχύλι” στο φεστιβάλ του San Sebastian to 1960.

Καλύτερη σκηνή: Το τέλος της ταινίας αλλά και η συζήτηση των δύο ηρώων την ώρα που κοιτούν τα άστρα.

Τι μας έμεινε: Μια γλυκόπικρη επίγευση για τον εξαρχής καταδικασμένο έρωτα. Α… και ερωτευτήκαμε τον Pavel (μιλώντας πάντα για τον εαυτό μου).

Τι μας χάλασε: Η ταινία είναι ένα “μικρό” , ζεστό φιλμάκι, δεν είναι το αριστούργημα που θα σε συνταράξει, ούτε η καλύτερη τσέχικη ταινία που έχω δει, χωρίς αυτό βέβαια να της μειώνει την αξία της (διότι πράγματι μιλάμε για μια ταινία που έχει αξία, η οποία μάλιστα δεν έχει αναγνωριστεί).

Ατάκα Award: (Η Hanka μιλά στον Pavel για τον Θεό) “He doesn’t exist anyway. How could he just watch, if he did?”

Περίσταση για να το δεις: Αφού μπούχτισες με τα impossible romances της σειράς του Hollywood και θες να δεις ρομάντζο αλά Τσεχία. Δες το έτσι κι αλλιώς όμως (σε περίπτωση που το βρεις, γιατί  δεν είναι και εύκολο.), διότι ήρθε η ώρα αυτή η ταινία να δει “το φως της μέρας”.

The Company of Wolves (1984), Neil Jordan

Πριν από κάποιο καιρό είχα ξαναγράψει για μια ταινία που εξερευνούσε τον υπερσεξουαλικό κόσμο μια κοπέλας έτοιμης να γίνει γυναίκα, για το τσέχικο “Valerie και η Εβδομάδα των Θαυμάτων της”. “Η Παρέα των Λύκων” βαδίζει στα ίδια μονοπάτια της σκοτεινής σεξουαλικότητας της πρωταγωνίστριάς του με έναν επίσης παραμυθένιο τρόπο.

Οι γονείς της Rosaleen επιστρέφουν στο σπίτι με την αδερφή της και την βρίσκουν να κοιμάται. Αυτόματα εμείς μπαίνουμε στο όνειρό της, στο οποίο ζει στο δάσος σε μια άλλη εποχή με τους γονείς της και την αδερφή της. Όμως όταν η αδερφή της σκοτώνεται από λύκους, πηγαίνει να μείνει στη γιαγιά της, η οποία της εξιστορεί διάφορες ιστορίες με κακούς λύκους που είναι τριχωτοί από μέσα κι όχι απ’ έξω, κάτι σαν τους επονομαζόμενους λυκάνθρωπους. Φαντασία και όνειρο περιπλέκονται στην ταινία. Παρακολουθούμε πότε την πραγματικότητα, πότε το όνειρο της Rosaleen και πότε τις ιστορίες της γιαγιάς της, οι οποίες αρχίζουν να φαντάζουν αληθινές.

Η ταινία είναι πανέμορφη και “υπνωτική”, ίσως η πιο αρτιστικά ενδιαφέρουσα ταινία του Jordan. Χωρίς υπερβολές ούτε στα εφέ, που είναι αξιοθαύμαστα για το budget και την χωρίς-χρήση-υπολογιστή-εποχή τους και κατά την γνώμη μου πολύ πιο γοητευτικά από τα αψεγάδιαστα “ανέμπνευστα” CGI που βλέπουμε κατά κόρον σήμερα αλλά ούτε και στον “ερωτισμό” της. Και όταν αναφέρομαι στον “ερωτισμό” δεν εννοώ τον πραγματικό ερωτισμό, τον οποίο βρίσκουμε στην ταινία αλλά στην παρουσία γυμνού και σεξουαλικών δραστηριοτήτων που φαίνεται αχρείαστη, αφού η ταινία καταφέρνει μέσα από συμβολισμούς (οι λυκάνθρωποι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως “σεξουαλικά όντα”) να μας δώσει το μήνυμά της και να δημιουργήσει ερωτική ένταση στις σκηνές που επιβάλλεται.

Εξαιρετικά υποτιμημένη και ξεχασμένη, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο, αν αναλογιστούμε πως η περισσότερη δουλειά του Jordan είναι γνωστή και αγαπητή ακόμη και σε άτομα που δεν είναι “ταινιοφάγοι”. Όμορφη σινεφίλ ταινία (μαζί με το “Παιχνίδι των Λυγμών” οι αγαπημένες μου ταινίες του Jordan) αλλά πάνω απ’ όλα σύντομη, περιεκτική και προσβάσιμη για όσους ενδιαφέρονται για ένα ενήλικο, ατμοσφαιρικό παραμύθι με “δόντια”.

Fun Fact: O Kubrick ήταν τόσο ενθουσιασμένος με την δουλειά του Anton Furst, σχεδιαστή παραγωγής, σε αυτήν την ταινία που τον προσέλαβε να δουλέψει στην επόμενη ταινία του, “Full Metal Jacket” (1987).

Καλύτερη σκηνή: Η συνάντηση της Rosaleen με τον Κυνηγό.

Τι μας έμεινε: “Μήπως οι λύκοι δεν είναι τόσο κακοί τελικά;”. “Μήπως απλώς είναι παρεξηγημένοι;”. “Μήπως η παρέα των λύκων είναι ωραία κι ας μοιάζει απειλητική;”. Αυτές και άλλες παρόμοιες σκέψεις.

Τι μας χάλασε: Νομίζω…τίποτα.

Ατάκα Award: “Little girls, this seems to say / Never stop upon your way / Never trust a stranger friend / No-one knows how it will end / As you’re pretty, so be wise / Wolves may lurk in every guise / Now as then, ’tis simple truth / Sweetest tongue has sharpest tooth.”

Περίσταση για να το δεις: Ως double feature με το “Valerie and Her Week of Wonders”. Σε Neil Jordan marathon, για να διαπιστώσεις πόσο διαφορετικό είναι από κάποιες άλλες ταινίες του.

Blue Velvet (1986), David Lynch

Το “Blue Velvet” θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως neo-noir ή σαν ένα ψυχολογικό δράμα, ίσως και θρίλερ. Με μια κάπως πιο αρρωστημένη έννοια love story ή να θεωρηθεί μια “κενή” επίδειξη ασυναρτησιών από έναν αυτάρεσκο σκηνοθέτη. Μπορεί επίσης να είναι ένα “γράμμα” νοσταλγίας για μια αθωότητα που χάθηκε ή η σκιαγράφηση μιας coming of age εμπειρίας που “κάπου πήρε μια λάθος στροφή”.  Πολλά θα μπορούσε να ‘ναι αλλά θα προτιμήσω να μην το εντάξω σε κάποια κατηγορία και να πω πως είναι απλά μια ταινία του David Lynch (αυτό αυτομάτως δεν περιλαμβάνει όλους τους παραπάνω χαρακτηρισμούς;).

Περίεργο και σκοτεινό ξεκινά σαν ένα οικογενειακό δράμα που διαδραματίζεται στο Λάμπερτον της Βόρειας Καρολίνας. Ο Jeffrey Beaumont επισκέπτεται τον πατέρα του που είχε εγκεφαλικό επεισόδιο στο νοσοκομείο, όμως στον δρόμο για το σπίτι, καθώς περνά από ένα χωράφι, βρίσκει ένα κομμένο αυτί. Ενώ το έχει παραδώσει στην αστυνομία και η ανάμειξή του με την υπόθεση θα έπρεπε να έχει τελειώσει, ο Jeffrey δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον να μάθει τι συμβαίνει και έτσι αρχίζει να κάνει παρέα με την κόρη του αστυνομικού που έχει αναλάβει την υπόθεση με σκοπό την απόσπαση πληροφοριών. Μέχρι εδώ το τοπίο θυμίζει ταινία μυστηρίου, όμως τα πράγματα θα πάρουν μια απότομη στροφή όταν ο Jeffrey μάθει από την κόρη του αστυνομικού πως μια γυναίκα ονόματι Dorothy Vallens σχετίζεται με την υπόθεση και έτσι θα θελήσει να την παρακολουθήσει ανακαλύπτοντας το μυστικό της.

Σε παραπάνω λεπτομέρειες δεν θα επεκταθώ για να μην χαλάσω την προβολή της ταινίας, όμως διαβεβαιώ πως μιλάμε για μια ταινία που θα προκαλέσει έκπληξη και σοκ σε έναν θεατή που δεν έχει έρθει ξανά σε επαφή με τον Lynch ή πιο σωστά, δεν γνωρίζει τι τον περιμένει. Η ατμόσφαιρα του “Blue Velvet” είναι οικεία από τα όνειρά μας, εφιάλτες συγκεκριμένα. Μερικές σκηνές παρά την ύπαρξη μιας “συμβατικής” (με μια πολύ χαλαρή έννοια) πλοκής αναδιπλώνονται σαν εικόνες που εμφανίστηκαν από τα άδυτα του υποσυνειδήτου, είναι εικόνες που δεν στέκουν στον δικό μας κόσμο. Το ίδιο ισχύει και για τους χαρακτήρες του Lynch που μοιάζουν με “χαμένες” οντότητες στον χώρο, χωρίς να έχουν κάποιο πραγματικό, ουσιώδη στόχο. Μια εφιαλτική ταινία, άκρως αναξιόπιστη (όσον αφορά την αφήγησή της. Τι συμβαίνει πραγματικά και τι όχι;) όπως και ο πρωταγωνιστής της. Απειλητικά ελκυστική και μυστήρια, “μασκαρεμένη” με μια “αθώα” πόλη του Βορρά, έναν “άβγαλτο” πρωταγωνιστή και το άκουσμα του “Μπλε Βελούδο” του Bobby Vinton που αντηχεί σε κάθε ευκαιρία. Είναι ένας βαθιά μελαγχολικός κόσμος, φαινομενικά ιδανικός, αυτός του Lynch αλλά και γοητευτικός για όσους τολμήσουν να τον “περπατήσουν”.

Fun Fact: Η ιστορία της ταινίας προήλθε από τρεις ιδέες. Η πρώτη ιδέα όπως είπε ο Lynch ήταν “ένα αίσθημα” και ο τίτλος “Blue Velvet”. Η δεύτερη, η εικόνα ενός κομμένου ανθρώπινου αυτιού σε ένα χωράφι γιατί “χρειαζόταν να είναι το άνοιγμα ενός μέρους του σώματος, μια τρύπα μέσα κάτι άλλο…Το αυτί κάθεται στο κεφάλι και πηγαίνει κατευθείαν μέσα στο μυαλό οπότε φαινόταν τέλειο.” Η τρίτη, η βερσιόν από τον Bobby Vinton του κλασσικού “Blue Velvet” και “η διάθεση που ερχόταν με αυτό το τραγούδι μια διάθεση, μια εποχή, και πράγματα που ήταν από αυτή την εποχή.

Καλύτερη σκηνή: Η σκηνή που ακούγεται το “In Dreams” του Roy Orbison και όλη η σκηνή που ο Jeffrey κρύβεται στην ντουλάπα της Dorothy μέχρι και όταν αποχωρεί από το διαμέρισμά της.

Τι μας έμεινε: Νιώσαμε ολίγον mindfucked, όταν τελείωσε.

Τι μας χάλασε: Η Rossellini είναι πολύ όμορφη όπως η μητέρα της Ingrid Bergman αλλά δυστυχώς δεν έχει το υποκριτικό ταλέντο της με αποτέλεσμα να γίνεται κάπως εκνευριστική. Η ταινία είναι υπερεκτιμημένη και αν κάποιος την δει έχοντας πολλές απαιτήσεις δεν θα την εκτιμήσει (επιπλέον δεν είναι ταινία για όλα τα γούστα).

Ατάκα Award: “In dreams, I walk with you. In dreams, I talk to you. In dreams, you’re mine, all the time. Forever. In dreams…”

Περίσταση για να το δεις: Όταν είσαι μόνος και θες να εξερευνήσεις “σκοτεινά” μονοπάτια του Αμερικάνικου κινηματογράφου.

 

 

 

City Lights (1931), Charles Chaplin

Μερικές ταινίες είναι τόσο γνωστές που ξεχνάω να τις δω, λέγοντας πως έτσι κι αλλιώς θα τις επισκεφτώ κάποια στιγμή στο μέλλον. Σε αυτήν την κατηγορία πέφτουν και “Τα Φώτα της Πόλης”. Όλο την άφηνα αυτήν την ταινία για να δω κάτι πιο “καταχωνιασμένο”, που δεν γνώριζα. Δεν είχα και καμία αμφιβολία για το αν πρόκειται για αριστούργημα ή όχι, έτσι κι αλλιώς ο Chaplin είναι εγγύηση. Τελικά όμως την είδα και την αγάπησα.

Η υπόθεση είναι η εξής: ένας αλητάκος του δρόμου (Chaplin), ερωτεύεται μια τυφλή πωλήτρια λουλουδιών, που μετά βίας τα βγάζει πέρα οικονομικά. Στην προσπάθεια του να την βοηθήσει “παίρνει την ταυτότητα” ενός πλουσίου που έχει γνωρίσει. Απλά τα πράγματα αλλά τόσο όμορφα. “Τα Φώτα της Πόλης” είναι μια βαθιά ρομαντική και συγκινητική ταινία, με έναν τρόπο που αποτυγχάνουν να είναι πολλές ταινίες του σήμερα. Η αγάπη που προβάλλεται είναι στην πιο αγνή της μορφή, οι συγκινήσεις δεν σε “βιάζουν” να κλάψεις, ούτε και υπερβολικές γίνονται. Όλα τα αισθήματα από τον θεατή για την ταινία βγαίνουν φυσικά, με μία απλότητα, όπως και η ίδια η αγάπη που νιώθει ο αλητάκος για την τυφλή κοπέλα. Τόση “αγνή” συγκίνηση (αγνή, διότι είναι η συγκίνηση του θεατή που μπόρεσε να “μπει” σε μια ταινία χωρίς προσπάθεια, να νιώσει κάτι απλό και να έρθει σε μια κλιμάκωση στο τέλος της, με μια θλίψη όχι μόνο για το τέλος της ιστορίας αλλά και για το τέλος της εμπειρίας που έζησε, καθώς τελείωσε η ταινία) δεν βλέπουμε συχνά πλέον και είναι κρίμα.

Όσον αφορά τον Chaplin, δεν έχω να πω τίποτα διαφορετικό από αυτό που ήδη ξέρουμε. Είναι μια μεγάλη μορφή στο σινεμά. Παρότι η ταινία του είναι βουβή, δεν “χάνεις ούτε λέξη” από το νόημα της, οι μεσότιτλοι είναι αχρείαστοι.

Δεν θα επεκταθώ παραπάνω, γιατί δεν γνωρίζω τι άλλο θα μπορούσα να γράψω για μια ταινία που λίγο-πολύ όλοι ξέρουν και αγαπούν. Αριστούργημα απλά.

Fun Fact: Ο Orson Welles την θεωρεί την αγαπημένη του ταινία, ο Stanley Kubrick μια από τις αγαπημένες του ταινίες και ο Charlie Chaplin την αγαπημένη του από όσες έχει γυρίσει. Προφανώς κάτι ξέρουν!

Καλύτερη σκηνή: Το τέλος. Καιρό είχαν να με πιάσουν τα κλάματα σε ταινία.

Τι μας έμεινε: Ζεστασιά και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Τι μας χάλασε: Τίποτα.

Ατάκα Award (σε βουβή ταινία, προφανώς μιλάμε για μεσότιτλο): “Tomorrow the birds will sing.”

Περίσταση για να το δεις: Σε οποιαδήποτε περίσταση, διότι σε τέτοιους καιρούς καλό θα ήταν να νιώθουμε λίγο πιο πολύ άνθρωποι και αυτή η ταινία αυτό μας κάνει να αισθανθούμε.

 

 

Ghost in the Shell (1995), Mamoru Oshii

“Το Φάντασμα στο Κέλυφος” είναι ένα από το πιο γνωστά και αγαπητά manga και anime, που πρόσφατα ξαναγυρίστηκε από τους Αμερικάνους σε ταινία με ανθρώπους (δεν ξέρω πως να την χαρακτηρίσω διαφορετικά), με την Scarlett Johanson να κατέχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτή ήταν και η πρώτη μου επαφή μαζί του. Ξεκινώντας με αυτό θα πω πως το remake (αν μπορούμε να του πούμε έτσι, μιας και είναι μεταφορά manga. Βέβαια δεν γνωρίζω την ομοιότητα των δυο εκδοχών με την κοινή πηγή έμπνευσής τους.) δεν ήταν άθλιο όπως φανατικοί του anime υποστήριζαν, αλλά η απογοήτευση που θα είχε κανείς αν περίμενε μια πανομοιότυπη μεταφορά ήταν αναμενόμενη, γιατί το αρχικό anime είναι πολύ πιο απλό. Και όταν λέω απλό δεν εννοώ πως είναι μια ταινία που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσήλωση, τουναντίον, είναι εύκολα δυσνόητη σε όσους δεν της δώσουν προσοχή από την αρχή ή δεν γνωρίζουν απολύτως τίποτα για αυτήν πριν την προβολή, αλλά η διάρκειά της είναι γύρω στο 80λεπτο και η πλοκή δεν πλατειάζει ούτε κατευθύνεται σε πολλά μονοπάτια (τουλάχιστον όχι σε όσα πάει το φετινό remake).

Η ταινία μαζί με τις υπόλοιπες της σειράς που γυρίστηκαν έπειτα παίρνουν μέρος σε ένα όχι και πολύ μακρινό μέλλον στο οποίο ρομπότ και άνθρωποι, οι οποίοι πολλές φορές έχουν και εκείνοι ρομποτικά μέλη καλύτερα απ’ τα δικά τους, συνυπάρχουν. Η ψυχή τους λέγεται “φάντασμα” και μπορούν να βάλλουν “φάντασμα” ακόμα και σε ένα ρομπότ. Σε αυτό τον κόσμο η παραβίαση του “φαντάσματος” είναι εφικτή από χάκερς, αλλάζοντας τις πληροφορίες και τις αναμνήσεις των ανθρώπων ή ρομπότ. Έναν τέτοιο χάκερ, ψάχνει με τους συνεργάτες της και η αστυνομικός Motoko που είναι και εκείνη ρομπότ. Όσο απλά και αν φαίνονται τα πράγματα, δεν είναι. Λόγω ορολογίας και μικρής διάρκειας της ταινίας, μέσα στην οποία δεν χωράν πολλές επεξηγήσεις, το anime γίνεται αρκετά περίπλοκο, όσο και αν φαινομενικά δεν είναι. Η αλήθεια είναι πως δεν πηγαίνει στα “βάθη” που επιθυμούσα (όπως να σχολιάσει ξεκάθαρα τα αρνητικά στοιχεία-που είναι πολλά- μιας κοινωνίας που η παραβίαση της μνήμης και η μεταφορά ψυχών σε πλασμένα από ανθρώπους αντικείμενα είναι εφικτή). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως η ταινία είναι κακή, τεχνικά είναι μάλλον (διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε την δουλειά του μεγάλου Miyazaki) το αρτιότερο κινούμενο σχέδιο που έχω δει. Εξαιρετικά λεπτομερής η φωτογραφία (το animation ήταν μια άκρως πετυχημένη μίξη χειροποίητου animation με CGI), τόσο στην απεικόνιση του Hong Kong όσο και στα γυμνά σώματα των ρομπότ, η οποία μάλλον είναι και το ατού της.

“Το Φάντασμα στο Κέλυφος” ήταν καλό- πολύ καλό μάλλον-  αλλά δυστυχώς το βρήκα κάπως υπερεκτιμημένο. Μάλλον αυτό που έλειπε ήταν ένα μισάωρο ακόμα, για να καταλάβουμε κι εμείς που δεν διαβάσαμε το manga τους “κανόνες” αυτού το φουτουριστικού κόσμου και να καταφέρουμε να διεισδύσουμε πιο βαθιά σε αυτόν. Ωστόσο αξίζει.

Fun Fact: Το μέλλον που προβάλλεται στο anime δεν είναι και τόσο μακρινό, απλά 12 χρονάκια από σήμερα…μιλάμε για έτος 2029. Επίσης η ταινία υπήρξε κύρια πηγή έμπνευσης για το “Matrix”.

Καλύτερη σκηνή: Η κλασική σκηνή που η Motoko πέφτει από την οροφή γυμνή, ενώ σιγά-σιγά γίνεται αόρατη.

Τι μας έμεινε: Οι δρόμοι του Hong Kong στην ταινία είναι πανομοιότυποι με τους πραγματικούς (όχι ότι έχω πάει Hong Kong) σε σημείο που νόμιζα πως έβλεπα Wong Kar-Wai σε κάποια στιγμή.

Τι μας χάλασε: Η μικρή διάρκεια που δεν ήταν αρκετή για μια πλήρη εξερεύνηση ενός τόσο ενδιαφέροντος φουτουριστικού κόσμου, όχι τραγικά διαφορετικού από τον δικό μας. Μου φαίνεται πως η θέαση είναι πιο “εύκολη” σε κάποιον που έχει διαβάσει το manga.

Ατάκα Award: “There’s nothing sadder than a puppet without a ghost, especially the kind with red blood running through them.”

Περίσταση για να το δεις: Αν θες να δεις ένα animation με υπέροχη φωτογραφία, χωρίς πριγκίπισσες και χιονάνθρωπους να τραγουδάνε κάθε 10 λεπτά (αυτό ήταν σπόντα για το “Frozen” για όσους δεν το ‘πιασαν).

Danton (1983), Andrzej Wajda

Ο Wajda δεν απογοητεύει κι έτσι είχα εγγύηση για αυτό που θα έβλεπα από πριν. Είχα μεγάλες προσδοκίες και για άλλο λόγο βέβαια. Αυτή η εποχή που διαπραγματεύεται το φιλμ μου προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η αποκαλούμενη περίοδος της Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης. Μια περίοδος αναταραχής άλλωστε αποτελεί ιδανικό υλικό για ταινία, έχει “ζουμί” και ίντριγκα.

Ο ήρωάς μας ο Νταντόν, ένα πρόσωπο γνώριμο, από τις πιο σημαντικές μορφές της Επανάστασης μάλιστα, οργανωτής της επανάστασης που έφερε στην ανατροπή της δυναστείας και εμπνευστής της “Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας”. Η αντίπαλη μορφή που θα μας απασχολήσει, ο Ροβεσπιέρος, ο μετέπειτα Νταντόν ηγέτης της περίφημης “Επιτροπής”, που έσπειρε τον τρόμο στην Γαλλία με τα Επαναστατικά του Δικαστήρια και τις εκτελέσεις με λαιμητόμο που έκανε αβέρτα. Οι δύο χαρακτήρες βέβαια δεν παρουσιάζονται σαν άσπρο-μαύρο στην ταινία, πράγμα πολύ ενδιαφέρον. Ο Νταντόν παρότι αρεστός στον κόσμο, ήταν όντως διεφθαρμένος, σε αντίθεση με τον αντιπαθή Ροβεσπιέρο που ήταν εντελώς αδιάφθορος. Για την ακρίβεια στο πρώτο μισό του φιλμ, δεν υπάρχει σιγουριά για το ποιος από τους δύο άντρες είναι πιο “σωστός”. Από την μια πλευρά ο Νταντόν έχει δίκιο που κατακρίνει τον Ροβεσπιέρο, που θέλει να ξαποστείλει πρώην επαναστάτες και καταστρέφει την εφημερίδα που κατηγορεί της υπερβολικές ενέργειες της “Επιτροπής”. Από την άλλη πλευρά όμως ο Νταντόν κάνει έναν πλούσιο βίο, ενώ ασπάζεται ιδέες που δεν θα τον ήθελαν να ζει με αυτόν τον τρόπο, σε αντίθεση με τον Ροβεσπιέρο, που με το ζόρι τρώει λίγο ψωμί και ζει απλά σε ένα λιτό δωμάτιο με μια υπηρέτρια.

Στο άλλο μισό του φιλμ βέβαια, τα πράγματα αλλάζουν και βλέπουμε καθαρά πλέον με ποιόν χαρακτήρα συμπάσχουμε και ποιόν αντιπαθούμε. Επίσης άλλο στοιχείο με το οποίο σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες είναι τα χρώματα. Ο Νταντόν και ο Ροβεσπιέρος έχουν ο καθένας την δική του παλέτα χρωμάτων. Ο Νταντόν στα κόκκινα, ενώ ο Ροβεσπιέρος στα γαλάζια. Ίσως συμβολικά, για να τονίσουν τον τρόπο με τον τον οποίο ενεργούν οι δύο άνδρες. Ακόμα και το παίξιμό τους είναι διαφορετικό. Ο Depardieu ως Νταντόν είναι όλο ζωντάνια, μια ερμηνεία με τόση ενέργεια που ξεχειλίζει από την οθόνη, ειδικά στην σκηνή της δίκης του. Ο Pszoniak από την άλλη δίνει μια πιο εγκεφαλική και συγκρατημένη ερμηνεία, εξίσου καλή.

Ακόμα, οι διάλογοι δεν γίνονται ποτέ βαρετοί (είναι μεταφορά θεατρικού έργου της Stanislawa Przybyszewska ούτως ή άλλως) και η ατμόσφαιρα δολοπλοκίας παραπέμπει πιο πολύ σε γκανγκστερικό (“Νονός” κατάσταση) παρά σε ιστορικό-πολιτικό φιλμ, κάνοντας το έτσι προσβάσιμο και σε άτομα που δεν συμπαθούν την ιστορία. Ωραία φωτογραφία , παρότι οι περισσότερες σκηνές εκτυλίσσονται σε εσωτερικούς χώρους και ενδιαφέρουσα μουσική επένδυση.  Αριστουργηματική ταινία με κάθε τρόπο.

Fun Fact: Η ταινία που γυρίστηκε το 1983 από έναν Πολωνό σκηνοθέτη, σχολίαζε κάτι παραπάνω από την υπόθεση Νταντόν. Το 1981 μέχρι το 1982 είχε μείνει φυλακισμένος στην Πολωνία ο Λεχ Βαλέσα, πρόεδρος της “Αλληλεγγύης”, αντι-γραφειοκρατικού κοινωνικού κινήματος που δεν ελεγχόταν από το κομμουνιστικό κόμμα και με αντίσταση προωθούσε τα δικαιώματα των εργατών και την ρήξη του καθεστώτος. Νομίζω καταλαβαίνουμε την σύνδεση…

Καλύτερη σκηνή: Η σκηνή της δίκης όπου ενέργεια αναβλύζει από τον Depardieu και μας περνά την ρητορική δεινότητα του Νταντόν. Και το τέλος που ήταν το κερασάκι σε μια ήδη εξαιρετική ταινία.

Τι μας έμεινε: Μάθαμε πέντε πράγματα παραπάνω για μια σημαντική μορφή της Γαλλικής Επανάστασης για την οποία το βιβλίο ιστορίας του σχολείου αφιέρωσε μόνο τρεις σειρές (και πολλές λέω). Ξαναθυμηθήκαμε  πόσο υπέροχος σκηνοθέτης είναι ο Wajda . Επίσης συνειδητοποιήσαμε πως η σκηνή που ο Ροβεσπιέρος λέει στον David (ζωγράφος του “Ο Θάνατος του Μαρά”) να σβήσει κάποια πρόσωπα Επαναστατών από μια μεγάλη ζωγραφιά του, είναι αναφορά στην συνήθεια του Στάλιν να σβήνει κόσμο που εκτελούσε από φωτογραφίες (ακόμα μια φορά ταινία ανατολικοευρωπαίου σκηνοθέτη κάνει αναφορά σε αυτό).

Τι μας χάλασε: Τίποτα απολύτως.

Ατάκα Award: “The Revolution is like Saturn, it devours its own children.”

Περίσταση για να το δεις: Αν θες να ευχαριστηθείς μια πολύ καλή ιστορική ταινία, χωρίς να χρειάζεται να σου αρέσει η ιστορία. Αν θες να έρθεις σε πρώτη επαφή με Wajda.

 

 

 

 

 

 

 

Possession (1981), Andrzej Zulawski

Ως “Μια Γυναίκα Δαιμονισμένη” κυκλοφόρησε στην Ελλάδα αυτή εδώ η ταινία, αν και πιθανότατα ο τίτλος της να έχει διφορούμενη σημασία. Άλλωστε στα Αγγλικά “possession” δεν σημαίνει μονάχα κυρίευση από ένα δαιμονικό ον αλλά και κτήση, περιουσία ή κατοχή. Έτσι δεν μπορώ να γνωρίζω με σιγουριά πιο από όλα εννοούσε ο Zulawski όταν επέλεξε αυτόν τον τίτλο, πάντως βλέποντας την, βγήκα στο συμπέρασμα πως μάλλον έχουμε να κάνουμε με παιχνίδι λέξεων.

Γενικότερα μου είναι δύσκολο να μιλήσω για αυτή την ταινία. Συνειδητοποίησα από νωρίς πως η υπόθεση της δεν ήταν όσο απλή φαινόταν. Ο Μαρκ είναι ένας κατάσκοπος στην Γερμανία (Δυτικό Βερολίνο, φαίνεται από το τοίχος που δεσπόζει στις εξωτερικού χώρου σκηνές) που έρχεται από μια αποστολή πίσω στην γυναίκα του Άννα και τον μικρό γιο τους. Η Άννα όμως του ζητά διαζύγιο. Ενώ αρχικά αρνείται την ύπαρξη τρίτου προσώπου, τελικά εξομολογείται στον Μαρκ πως έβλεπε κάποιον όσο καιρό εκείνος έλλειπε. Ο Μαρκ που ήδη είναι συντετριμμένος από την κατάσταση, μπερδεύεται ακόμα περισσότερο, όταν ανακαλύπτει πως το πρόσωπο που βλέπει η Άννα δεν είναι ο εραστής της Heinrich αλλά κάποιος άλλος.

Κι όμως γράφοντας για την υπόθεση την κάνω να μοιάζει πολύ πιο απλή από ότι είναι, ενώ στην πραγματικότητα μιλάω για μια από τις πιο απρόβλεπτες και πιο “ιδιαίτερες” ταινίες που έχω δει. Το περίεργο είναι πως ήμουν προετοιμασμένη, γνώριζα αρκετά για τον Zulawski (χωρίς να είχα δει άλλη ταινία του πριν απ’ αυτήν), ήξερα πως η ταινία είναι cult και είχα δει την περίφημη τρίλεπτη σκηνή με την Isabelle Adjani να χτυπιέται στο μετρό και πάλι δεν περίμενα μια τέτοια εμπειρία. Σκηνές σαν να βγήκαν από το υποσυνείδητο, συμβολισμοί, σωσίες, τέρατα, ένα άκρως παρακμιακό τοπίο, ένας σαλεμένος Sam Neill και μια ακόμα περισσότερο Isabelle Adjani να παίζουν εσκεμμένα υπερβολικά. Nομίζω πως είδα τα πάντα σε αυτήν την ταινία και η αλήθεια είναι πως δεν παραπονιέμαι. Ομολογουμένως ήταν πολύ “κουλή”, το είδος ταινίας που απευθύνεται σε κοινό με γερά νεύρα, στομάχι και ότι άλλο θέλετε, που είτε την αγαπάς όπως ένα ταξίδι σε ψηλό “roller coaster” είτε την μισείς. Ευτυχώς ανήκω στην πρώτη κατηγορία (όσο κι αν μισώ τα “roller coasters”), και κατάφερα να διασκεδάσω και να “εγκλωβιστώ” στο κλίμα της εύκολα από τις πρώτες σκηνές.

Μετά από όλα αυτά που είπα, βέβαια, κανείς μπορεί να νομίζει πως θεωρώ την ταινία απλώς μια πανδαισία ασυναρτησιών. Όχι, η ταινία έχει ένα βαθύτερο νόημα και λανθασμένα κατά την γνώμη μου έχει κερδίσει ένα status ως ταινία τρόμου, όταν ξεκάθαρα δεν είναι απλώς αυτό. Μοιάζει πιο πολύ με ένα νοσηρό κοινωνικό δράμα σχέσεων και ο τρόμος που προσφέρει είναι ψυχολογικός και “έμμεσος”, πολύ πιο διαφορετικός από αυτόν που θα βλέπαμε σε μια κοινή ταινία τρόμου. Ο Zulawski έγραψε εξάλλου το σενάριο την περίοδο που έπαιρνε ένα ζόρικο διαζύγιο από την ηθοποιό Malgorzata Braunek. Η ταινία λοιπόν, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί αλληγορία ενός τέτοιου διαζυγίου. Η μάταιη προσπάθεια του Μαρκ να κρατήσει την Άννα κοντά του (εξού και ο τίτλος, που εδώ σημαίνει “κτήση”), που τελικά ως μόνη διέξοδο από αυτό το διαζύγιο βρίσκει να πλάσει μια χυδαία και αποκρουστική απεικόνισή της με το μυαλό του, να την φανταστεί σαν “δαιμονισμένη” (εδώ ο τίτλος λειτουργεί ως “δαιμονισμός”), μέχρι να καταφέρει να την αφήσει, έχοντας πλέον γίνει καινούριος άνθρωπος. Δυστυχώς, όμως μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα έχει δημιουργηθεί τόσο χάος που οι ζημιές είναι αναπόφευκτες.

Συνοψίζοντας λοιπόν, μπορεί το “Possession” (χρησιμοποιώ τον Αγγλικό τίτλο, αφού ξεκαθάρισα την διπλή σημασία του κι έτσι συμπεραίνουμε πως ο Ελληνικός τίτλος είναι μάλλον ατυχής), να μην είναι για όλους, όμως δεν απογοητεύει όσους το αντέξουν.

Fun Fact: Η Adjani που κέρδισε το βραβείο στις Κάνες και το Cesar για την ερμηνεία της στην ταινία, δήλωσε πως χρειάστηκε πολλά χρόνια για να ξεπεράσει τον ρόλο της ως Άννα και πως δεν θα ξανάπαιρνε ποτέ παρόμοιο ρόλο στην καριέρα της.

Καλύτερη Σκηνή: Το εκρηκτικό και αινιγματικό τέλος.

Τι μας έμεινε: Μια περίεργη έκφραση στο πρόσωπο και ένα γενικότερο mindfuck. (Και οι ήχοι του εξίσου νοσηρού με την ταινία, soudtrack.)

Τι μας χάλασε: Ίσως μερικοί να μπερδευτούν ή να βρουν την ταινία υπερβολικά νοσηρή.

Ατάκα Award: “You look ugly. You ‘ve hardened. For the first time, you look vulgar to me.”

Περίσταση για να το δεις: Διότι είσαι πρόθυμος να δοκιμάσεις το εαυτό σου. Διότι είναι ένα νοσηρό “roller coaster”. Διότι η Isabelle Adjani καταφέρνει να μεταμορφωθεί σε “δαίμονα”, παρά το αγγελικό πρόσωπο της.

Interrogation (1982), Ryszard Bugajski

Η “Ανάκριση” είναι από εκείνες τις ταινίες που δεν γνωρίζει κανένας και την βρίσκεις απλά κατά τύχη όταν κοιτάς καταλόγους εταιριών DVD και ανακαλύπτεις τι αριστουργήματα έχουν γίνει στον κόσμο που δεν τα ξέρουμε. Η second run (Αγγλική εταιρία DVD) έχει μία από τις πιο περίεργες λίστες ταινιών (και αγαπημένες μου), όλο ταινίες από την ανατολική Ευρώπη που δεν θα γνωρίζαμε καν αν δεν υπήρχε. Μέσω αυτής έμαθα και την “Ανάκριση”. Για την ακρίβεια την είδα σε φωτογραφία στο amazon και μου έκανε εντύπωση πως έγραφε πάνω της πως ήταν ακατάλληλη κάτω τον δεκαοκτώ, πράγμα που είναι ασυνήθιστο για μια ταινία της συγκεκριμένης λίστας. Έτσι την έψαξα, είδα θριαμβευτικές κριτικές και την αγόρασα.

Βασικά ήταν δύσκολο να μην μου εξάψει το ενδιαφέρον, μιας και έχει στοιχεία που μου αρέσουν πολύ σε ταινίες. Μιλάει για ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, διαδραματίζεται σε μια φυλακή και έχει, φυσικά, πολλές σκηνές ανάκρισης (ακούγεται πολύ περίεργο αλλά, έχω ένα ευαίσθητο σημείο για τέτοιου είδους ταινίες). Συγκεκριμένα η ταινία τοποθετείται χρονικά στην Σταλινιστική Πολωνία στις αρχές του ’50. Η Τόνια, μια ηθοποιός καμπαρέ, βγαίνει έξω με δυο θαυμαστές της και μεθάει. Την επόμενη ημέρα, θα βρεθεί στην φυλακή, πιστεύοντας πως έχει γίνει κάποιο λάθος και την πήραν στην θέση κάποιου άλλου ατόμου. Όμως κανένα λάθος δεν έγινε, το καθεστώς απλώς φυλακίζει κόσμο για γελοίους λόγους όπως και την Τόνια, η οποία δεν δέχεται να συμβιβαστεί και να υπογράψει το χαρτί της ομολογία της. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα αλλά γίνονται και πολλά άλλα στην ταινία που δεν θα ήθελα να αποκαλύψω, διότι έχουν περισσότερη σημασία σε ένα κοινό που βρίσκεται σε άγνοια για την ακολουθία τους.

Δυστυχώς, η ταινία γυρίζεται το ’83 (τυχαίο; Δεν νομίζω.) και έτσι λόγω των απόψεων της για το κομουνιστικό καθεστώς απαγορεύεται η προβολή της για 7 χρόνια μέχρι την διάλυση του Ανατολικό Μπλοκ, το ’89. Ωστόσο ο σκηνοθέτις φροντίζει μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα την μυστική διανομή παράνομων VHS της ταινίας και έτσι κερδίζει κάποιο κοινό ριψοκίνδυνων σινεφίλ.

Η απαγόρευσή της θα πρέπει να ήταν αναμενόμενη από την αρχή, αφού ο Bugajski δεν φοβήθηκε να δείξει τίποτα στην οθόνη. Η ταινία διαπραγματεύεται επικίνδυνα θέματα για την εποχή και προβάλλει με “ωμότητα”  τον εξευτελισμό της Τονιας μέσω των απάνθρωπων ανακριτικών μεθόδων που χρησιμοποιούν τα όργανα του Κόμματος, που ίσως καθιστούν την προβολή της ταινίας δύσκολη. Δεν είναι ακριβώς η ταινία που βλέπει κανείς για να ευχαριστηθεί, όσο αριστουργηματική κι αν είναι. Το πιο αξιοπερίεργο είναι πως όταν συζητήθηκε σε μια επιτροπή λογοκρισίας που την απέρριψε υπήρχαν ποικίλες αντιδράσεις. Μια από αυτές, ίσως η πιο περίεργη, ήταν του Bohdan Paremba, ο οποίος την αποκάλεσε ένα “προσχεδιασμένο ψέμα” και έδειξε απογοήτευση που στην ταινία παρουσιάστηκαν μόνο μερικοί από τους “27 γνωστούς τρόπους ανάκρισης”.

Παρά τον σκληρό ρεαλισμό της, η ταινία αποτελεί μια ξεχωριστή εμπειρία. Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές (κυρίως της Krystyna Janda που βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Κανών, όπου ήταν και η ίδια η ταινία υποψήφια για Palm d’Or), η φωτογραφία κινείται στις αποχρώσεις των άκρως ψυχρών και μελαγχολικών μπλε και γκρι και οι χαρακτήρες έχουν ενδιαφέρον, γιατί οι συμπεριφορές τους είναι δικαιολογημένες. Δύσκολη η θέαση αυτής της σημαντικής, ξεχασμένης ταινίας, καθώς μιλάμε για ένα “βαρύ” έργο που όμως δεν απογοητεύει με τον ρυθμό του τους θεατές πρόθυμους να δουν ένα αποπνικτικό αριστούργημα.

Fun Fact: Η σκηνοθέτις Agnieszka Holland (“The Secret Garden”, “Copying Beethoven”, “Europa, Europa”, “In Darkness”), παίζει στην ταινία μια από της γυναίκες που μοιράζονται το κελί μαζί με την Τόνια.

Καλύτερη Σκηνή: Δύσκολο. Γενικότερα ήταν πολύ ενδιαφέρουσες οι σκηνές που είχε η Τόνια με τον ανακριτή που έπαιζε ο Adam Ferency.

Τι μας έμεινε: Θυμός κι άλλα έντονα συναισθήματα.

Τι μας χάλασε: Κινηματογραφικά αψεγάδιαστη. Μερικούς μπορεί να απογοητεύσει το τέλος (δεν είμαι μέσα σε αυτούς).

Ατάκα Award: “You want to convince me that they ‘re all pigs… that if they ‘ve betrayed me I should also betray them?”

Περίσταση για να το δεις: Αν έχεις γερό στομάχι και μεγάλη περιέργεια για αυτό το ξεχασμένο αριστούργημα.

 

Witchhammer (1970), Otakar Vavra

Φαίνεται πως μου είναι αδύνατο να κρατήσω τα χέρια μου μακριά από τσέχικη ταινία. Η αλήθεια είναι βέβαια πως το “Witchhammer” κατά τύχη το γνώριζα και ποτέ δεν είχα διαβάσει για αυτό, μόνη μου το είχα ψάξει όταν σκάλιζα μια λίστα του imdb. Βλέπεται δεν συγκαταλέγεται ο δημιουργός του στο μεγάλο κίνημα του τσέχικου κινηματογράφου, “Τσέχικο Νέο Κύμα”, παρότι υπήρξε δάσκαλος μεγάλων σκηνοθετών-πρωταγωνιστών του και δεν τον γνώριζα. Ευτυχώς βέβαια τον έμαθα.

Το “Witchhammer” διαδραματίζεται σε μία εποχή που πάντα μου προκαλούσε ενδιαφέρον, 17ο αιώνα. Συγκεκριμένα παίρνει ως θέμα τις δίκες που πήραν μέρος στην Βόρεια Μοραβία του 1670 με υποκίνηση της εκκλησία που προσέλαβε έναν αιμοδιψή ιεροεξεταστή με κίνητρο το κυνήγι μαγισσών. Οι μέθοδοι ανάκρισης είναι φρικτοί, οι “κατηγορούμενοι” αναγκάζονται να αποστηθίσουν τις ψευδείς ομολογίες τους για ανάμειξη σε τελετές μαγισσών που υπαγορεύονται από τον εξεταστή και να “δώσουν” ψυχρά φίλους και συγγενείς για να έχουν έναν λιγότερο επώδυνο θάνατο. Υποθετικά υπάρχει μία ιδεολογία από πίσω από τις διώξεις ως στήριγμα, η προστασία της κοινωνίας και της θρησκείας, όμως ο σκοπός είναι άλλος. Ο εξεταστής Edelstadt θέλει να κατασχέσει τις περιουσίες των “κατηγορούμενων” και να ξαποστείλει τους εχθρούς του (όπως τον ήρωα μας Lautner, έναν διανοούμενο ιερέα, αντίθετο με την κατάσταση τρόμου και καχυποψίας που επικρατεί).

Η ταινία διαλέγει να δείξει ένα κομμάτι ιστορίας που είναι γνωστό, μία εποχή μακρινή της, όμως γίνεται εύκολα αντιληπτό πως χρησιμοποιεί αυτό το υλικό για να κάνει μια έμμεση κριτική στην κοινωνία της εποχής της. Ας μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μια ταινία που δημιουργήθηκε στην Τσεχοσλοβακία του ’70 υπό την ηγεσία του Κουμουνιστικού καθεστώτος που εδραιώθηκε ακολουθώντας τα γεγονότα της άνοιξης του ’68. Δεν είναι δύσκολο να φανεί ο παραλληλισμός που γίνεται ανάμεσα στον Μεσαίωνα και το Σήμερα. Καχυποψία, αντιδημοκρατικοί μέθοδοι ανάκρισης, ένα καθεστώς που προβάλει μια ιδεολογία ως πρόφαση για να ελέγχει μέσω του τρόμου τους πολίτες του, λογοκρισία, τίποτα από τα προαναφερόμενα δεν ήταν ξένα στην Τσεχοσλοβακία της εποχής. Συγκεκριμένα μάλιστα στην αρχή της ταινίας υπάρχουν σκηνές που ο εξεταστής δειπνίζει με τον κλήρο και τους ευγενείς της εποχής σε ένα τεράστιο τραπέζι, στο τέλος όμως το τραπέζι είναι σχεδόν άδειο, διότι έχει ρίξει στην πυρά όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες του. Είναι αδύνατο να μην πάει το μυαλό μου στον Στάλιν, ο οποίος έσβηνε συντρόφους που σκότωνε από τις φωτογραφίες, ώσπου στο τέλος έμενε μόνος του σε αυτές. Δεν είναι καθόλου περίεργο λοιπόν που αυτό το σκληρό αριστούργημα απαγορεύτηκε στην Τσεχοσλοβακία. Δεν έχει να χάσει τίποτα από άλλα τσέχικα έργα της εποχής του κι ας ο Vavra να μην έχει την φήμη άλλων συμπατριωτών συναδέλφων του. Είναι ένα υπέροχο κινηματογραφικό “διαμαντάκι” που αξίζει να γίνει ευρέως γνωστό.

Fun Fact: Ο Milos Forman, καταξιωμένος σκηνοθέτης του “Στην Φωλιά του Κούκου” και “Amadeus”, ήταν μαθητής του Otakar Vavra.

Καλύτερη Σκηνή: Η ανάκριση του Lautner, διότι είναι η στιγμή που η ταινία έχει φτάσει στην κλιμάκωσή της και μας έχει πλέον κερδίσει ολοκληρωτικά.

Τι μας έμεινε: Θυμός και θλίψη για την μεγαλομανία του ανθρώπου που αρέσκεται να κρύβει πίσω από ιδέες τα τερατουργήματα που έχουν γίνει στο όνομά της.

Τι μας χάλασε: Η γνώση πως η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.

Ατάκα Award: (ο Lautner μιλά για τον Edelstadt) “How can a man like that hold human fates in his hand?”

Περίσταση για να το δεις: Aν αγαπάς τον τσέχικο κινηματογράφο ή τον κινηματογράφο γενικότερα.

Blood and Black Lace (1964), Mario Bava

” The Christian Haute Couture fashion house is home to models…and backstabbing…and blackmail…and drug deals…and MURDER”, μας λέει το tagline του “Blood and Black Lace” και μας προϊδεάζει πλήρως θα ‘λεγε κανείς για το είδος της ταινίας που έπεται να δούμε, giallo. Για τα giallo τώρα, είχα πρωτοδιαβάσει στο περιοδικό “Σινεμά”, όταν είχε αφιέρωμα στο σινεμά του τρόμου (τεύχος 236 αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς) και μου είχαν κινήσει έντονα το ενδιαφέρον κι έτσι άρχισα να ψάχνω τους σκηνοθέτες τους και το έργο τους. Όμως ας μην προτρέχω κι ας εξηγήσω τι είναι αυτό το είδος, που για την ακρίβεια η ονομασία του σημαίνει “κίτρινο” στα Ιταλικά. Τα giallos είναι μια υποκατηγορία ταινιών τρόμου, Ιταλικής παραγωγής που πήραν το όνομα τους από ένα περιοδικό κίτρινου χρώματος που εκδιδόταν την δεκαετία του ’50 και περιείχε ιστορίες βίας και σεξ. Αυτή την θεματολογία έχουν και τα giallos, μακάβριες ιστορίες (όχι τόσο για τα σημερινά δεδομένα), πολύ αίμα (κατά κανόνα- όχι πάντα), ωραίες γυναίκες, άλλοτε ερωτικές σκηνές, υπέροχα χρώματα και υποτυπώδη σενάρια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά τους. Το “Blood and Black Lace” είναι το πρώτο που βλέπω και έχει όλα τα παραπάνω, άλλωστε ο Bava είναι ο “πατέρας” του giallo, από αυτόν άρχισαν όλα.

Η υπόθεση συμπεριλαμβάνεται στο tagline οπότε δεν θα κάτσω να την αναλύσω, αφού δεν είναι και σημαντική άλλωστε. ‘Ενας μασκοφόρος σπέρνει τον τρόμο σε έναν οίκο μόδας, όταν αρχίζει να σκοτώνει κοπέλες που δουλεύουν εκεί. Το σενάριο όπως είπαμε και πριν είναι υποτυπώδες. Υπάρχει ένα σχετικό suspence στην αρχή όσον αφορά το πρόσωπο του δολοφόνου αλλά δεν είναι πραγματικά εκείνο που σου κρατά το ενδιαφέρον. Νιώθει κανείς πως η υπόθεση και οι φόνοι λειτουργούν, ώστε να “φανεί” το “ωραίο” στην ταινία. Είτε αυτό είναι η ομορφιά των κοριτσιών που δολοφονούνται με διαφορετικούς τρόπους η κάθε μια, είτε η ικανότητα του Bava να χειρίζεται τα χρώματα, όπως η επιλογή του να υπάρχουν πολύχρωμοι φωτισμοί αντί για ένα απλό λευκό φως. Η πλοκή σε σημεία είναι βεβιασμένη και οι διάλογοι λειτουργούν για την συμπλήρωσή της. Δεν μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα ποιος έκανε τον φόνο, ποιόν δολοφόνησε ή γιατί το έκανε αυτό αλλά επικεντρωνόμαστε στο πώς. Τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κάθε φόνος και την δεξιοτεχνία του Bava να τον δείχνει καλαίσθητα στην κάμερα. Η αλήθεια είναι πως το περίμενα πιο αιματηρό (δεν ήταν σχεδόν καθόλου) και λιγότερο στιλιζαρισμένο. Έκανα λάθος, το στιλ που υπάρχει στην ταινία, μέχρι και στα φορέματα του οίκου μόδας και στους τίτλους αρχής, είναι A level και οπτικά δείχνει την ταινία πολύ μικρότερη από τα χρόνια της. Ένα κλασσικό giallo που αξίζει να ανακαλυφθεί παρά τις ατέλειές του, ακόμα και από αυτούς που δεν είναι λάτρεις του είδους, μόνο και μόνο για την “εικόνα” του.

Fun Fact: Αυτή είναι η ταινία που άρχισε το είδος giallo.

Καλύτερη σκηνή:  Οι τίτλοι αρχής σε συνδυασμό με την μουσική και ο πέμπτος φόνος στην μπανιέρα (πάντα το αίμα δείχνει υπέροχα σε ένα πεντακάθαρο, λευκό μπάνιο).

Τι μας έμεινε: Καταλάβαμε πως ο χώρος της μόδας είναι επικίνδυνος. Αν δεν πας από ανορεξία, πιθανότατα να σε σφάξει κάποιος σεξουαλικά διεστραμμένος δολοφόνος με μάσκα.

Τι μας χάλασε: Οι διάλογοι που πολλές φορές απλά υπάρχουν ώστε να βοηθήσουν την βεβιασμένη πλοκή και το “ξύλινο παίξιμο” (που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσαμε να αποφύγουμε).

Ατάκα Award: “Perhaps the sight of beauty makes him lose control of himself, so he kills.”

Περίσταση για να το δεις: Αν είσαι σε mood για κάτι πολύχρωμο.