A Life Through Movies: Vol. 2

 

Valerie and Her Week of Wonders (Η Βάλερι και η Εβδομάδα των Θαυμάτων της), 1970

fullwidth.dd4ada22

Ένα παραμύθι ενηλικίωσης στην πιο σκοτεινή και ονειρική εκδοχή του. Πανέμορφο, ποιητικό, αλησμόνητο, αποδεικνύει για ακόμα μια φορά πως όσον αφορά τις “αλλόκοτες” ιστορίες the Czechs do it better. Η ταινία αυτή μαζί με το Morgiana (ταινία που βγήκε δύο χρόνια αργότερα) σήμαναν το τέλος για το Τσεχοσλοβάκικο Νέο Κύμα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Τα καμπανάκια από την μουσική του Fisher (έγραψε το soundtrack της “Βάλερι”) φαίνεται πως έχουν μαγικές ιδιότητες, γιατί μας στοίχειωσαν από το πρώτο κιόλας άκουσμα…

Rashomon (Ρασομόν), 1950

Rashomon_4.jpg

Από τις καλύτερες ταινίες του Kurosawa, “ξετυλίγεται” (αν θεωρήσουμε πως όντως ξετυλίγεται η συγκεκριμένη ταινία) με μια πανέξυπνη αφηγηματική τεχνική. Το ίδιο έγκλημα μας παρουσιάζεται από κάθε πρόσωπο-μάρτυρα του γεγονότος, κάθε φορά διαφορετικά. Ένας αλλιώτικος τρόπος για να πεις μια ιστορία (ή να αποφύγεις να την πεις ολοκληρωτικά) σαν και αυτόν χρησιμοποιείται τόσο αποτελεσματικά στο “Rashomon”, δίνοντας μας ένα ανθρώπινο έργο αμείωτου ενδιαφέροντος.

Stalker (Στάλκερ), 1979

stalker-andrei-tarkovsky-620x372.jpg

Το “Στάλκερ” είναι ακόμα μια αψεγάδιαστη δημιουργία του Tarkovsky. Η πρώτη μου επαφή μαζί του μάλιστα ήταν η θέαση της. Καμία άλλη ταινία επιστημονικής φαντασίας (εκτός από το “Solaris” πάλι του Tarkovsky. Ο Tarkovsky είναι ο Θεός του σινεμά, αν δεν θυμάστε…) δεν χρησιμοποίησε τόσο εύστοχα το είδος για να δώσει ένα τέτοιο υπαρξιακό θρίλερ. Το σενάριο που μετέφεραν οι αδερφοί Strugatsky από βιβλίο τους σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη, είναι εκπληκτικό όπως και οι τρεις βασικοί χαρακτήρες (με εκείνο του “Συγγραφέα” να είναι ο πιο εικονικός).

The Battle of Algiers (Η Μάχη του Αλγερίου), 1966

Battle-2-600x316

Όλες οι πολιτικές ταινίες θα έπρεπε να είναι όσο μετρημένη είναι και “Η Μάχη του Αλγερίου”, να είναι αληθινές -όσο μπορούνε- και να μην φοβούνται τι θα δείξουν. Ο Pontecorvo έκανε μια ταινία άκρως δυνατή σε εικόνες και στιγμές, χωρίς όμως να μας “τρίβει” ιδέες και ηρωισμούς στην μούρη, χωρίς να κάνει “αγιοποιήσεις”, και ακριβώς αυτό είναι το οποίο την καθιστά το αριστούργημα που είναι.

Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb, (S.O.S Πεντάγωνο καλεί Μόσχα), 1964

dr-strangelove-or--how-i-learned-to-stop-worrying-and-love-the-bomb-170-1200-1200-675-675-crop-000000.jpg

Όταν μια ταινία έχει τέτοιο τίτλο ξέρεις ότι δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως κάτι δεν πάει καλά. Ο Kubrick δίνει στον δυστυχώς υποτιμημένο Peter Sellers τρεις από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του και σαν μην έφτανε αυτό πετάει μες στην ταινία και τον πάλι δυστυχώς υποτιμημένο δευτερορολά George C. Scott και κάνει μια τρελή σάτιρα για τον Ψυχρό Πόλεμο που φαίνεται ακόμα και σήμερα πολύ σχετική. Δυστυχώς πολλοί αρχηγοί κρατών συνεχίζουν να “ονειρεύονται” Doomsday Machines…

All That Jazz (Η Παράσταση Αρχίζει), 1979

22c224324cf5e3d2234c02c19ec367a6.jpg

Ο Bob Fosse εξομολογείται με το πρόσωπο του χαρακτήρα του, Joe Gideon (που ερμηνεύεται εξαιρετικά από τον Roy Scheider) μέσα από χορούς και μουσική για την δουλειά του, την “κακή” ζωή και τις γυναίκες της ζωής του, λίγο πριν η άγγελος Jessica Lang τον πάρει στον θάνατό του. Αν η ζωή είναι μια παράσταση, ο θάνατος είναι η κλιμάκωση πριν πέσει η αυλαία.

Eyes Without a Face (Μάτια Χωρίς Πρόσωπο), 1960

Eyes-Without-A-Face-Georges-Franju--1024x617.png

Καταπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία με πρωταγωνιστή το λευκό σε αυτό το επιβλητικό θρίλερ. Ατμοσφαιρικό, λυρικό και νοσηρό. Δεν ξεχνιέται η μορφή με την μάσκα, η μουσική και η σκηνή που τα περιστέρια αφήνονται ελεύθερα. Ένα film-blanche, “τρομακτικά” γοητευτικό αν αναλογιστεί κανείς το φρικαλέο θέμα του…

Sunrise: A Song of Two Humans (Η Αυγή), 1927

sunrise1.jpg

Η τεχνολογία εξελίσσεται όπως κι ο κινηματογράφος που βρέθηκε να έχει πλέον φωνή και χρώματα. “Η Αυγή” παρόλο την εξέλιξη παραμένει αντάξια και πολύ καλύτερη από ταινίες που είχαν την δυνατότητα να “ντυθούν” με λόγια και technicolour. Γιατί πολλές φορές το ασπρόμαυρο είναι πιο καθαρό από το έντονο κόκκινο και το μπλε, οι εικόνες είναι πιο αληθινές από τα λόγια και τα πρόσωπα των ηθοποιών “φωνάζουν” πιο δυνατά από τα στόματά τους. Όλα τα υπόλοιπα είναι περιττά, όταν ο Murnau κινηματογραφεί τους ηθοποιούς του σε αυτήν την συγκινητική ιστορία αγάπης.

Pink Floyd: The Wall (Πινκ Φλόυντ: Το Τείχος), 1982

capacidade-comunicao-expressao-pink-floyd-roger-walters-the-wall.png

Ένα άλμπουμ παίρνει ζωή, ενώ τα γεγονότα που οδήγησαν στην δημιουργία του “προσωπικού τείχους” ενός μουσικού, του Pink και η προσπάθειά του να το γκρεμίσει γίνονται ένα ασταμάτητο video-clip που δεν “παίρνει ποτέ ανάσα”. Αξέχαστα είναι τα τμήματα που εμφανίζονται τα σκληρά animation του Gerald Scarfe. Πολύ προσωπική ταινία που αποτελεί “εμπειρία” έντονη, καθώς όλοι μας χτίζουμε “τείχη” με τα τούβλα της καθημερινότητας που όμως δεν πρέπει να φοβόμαστε να σπάσουμε.

Once Upon a Time in America (Κάποτε στην Αμερική), 1984

critique-il-etait-une-fois-en-amerique-leone23.jpg

Το κύκνειο άσμα του Sergio Leone δεν είναι απλά μια γκανγκστερική ταινία, είναι πολλά περισσότερα. Ένα έπος για μια αθωότητα που χάθηκε, ανθρώπους που “βυθίστηκαν στον υπόνομο”, μια φιλία που ναυάγησε και πάνω από όλα για μια μεγάλη αγάπη. Μπορεί να μην με πιστεύετε αλλά το “Κάποτε στην Αμερική”, είναι πάνω από όλα μια ιστορία αγάπης και “η μοιραία γυναίκα” της υπόθεσης είναι ένας άνδρας. Από τις καλύτερες εμπειρίες που είχα βλέποντας ταινία (νομίζω πρέπει να θυμάμαι κάθε λεπτό από τα 229 της). Η μουσική του Morricone που ηχεί επανειλημμένα δεν είναι απλά μια μουσική, είναι το άκουσμα που έχουν οι αναμνήσεις, γλυκόπικρο αλλά πάνω από όλα πικρό γιατί η αναπόληση τους φέρνει θρήνο για κάτι που χάθηκε.

Advertisements

A Life Through Movies: Vol. 1

Το σινεμά είναι μια μεγάλη τέχνη. Όχι λόγω του ποσού των χρημάτων που διατίθενται σε αυτό, ούτε λόγω της “γκλαμουριάς” του, αλλά γιατί είναι ίσως η πιο κατανοητή και άμεση τέχνη. Όλες σχεδόν οι αισθήσεις πρωταγωνιστές, φωνή, εικόνα, άνθρωποι που δρουν μπρος σε μια οθόνη, κόσμοι άλλοτε καλύτεροι απ’ τον δικό μας ή άλλοτε χειρότεροι ή πιστές αντιγραφές του και μερικές φορές ίσως απλώς διαφορετικοί από αυτόν, που σε “ρουφούν” να τους εξερευνήσεις μέσα σε 120′ φιλμ. Προβολές ανθρώπων που δεν θα πλησιάζαμε ποτέ στην καθημερινότητα, καταστάσεις που κοιτάμε με περιέργεια αλλά που μπορεί να μην ζήσαμε ποτέ και ούτε ίσως θα θέλαμε. Συμπόνια για αδίστακτους χαρακτήρες (γιατί ποιός σινεφίλ δεν δάκρυσε στο “Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα” της Scarlett O’ Hara, όσο σκύλα κι αν ήταν;) και συγκίνηση για μορφές που εμφανίστηκαν στην οθόνη και μας θύμισαν τον εαυτό μας. Αυτά μας δίνει αυτή η τέχνη (και είναι μεγάλη γιατί χρησιμοποιεί και όλες τις υπόλοιπες τέχνες για να φτάσει στην ύψιστη ποιότητά της) και για αυτό είμαστε σινεφίλ, άτομα που την αγαπούν χωρίς σνομπισμούς, απλά γιατί μας αγγίζει.

Έτσι, λοιπόν αποφασίζω κι εγώ να μιλήσω για τις ταινίες που με έκαναν να αγαπήσω τον κινηματογράφο και για όσες άλλες μου προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση. Ταινίες που μπορεί να είναι αριστουργήματα και μη, όλες άξιες αναφοράς.

Let the show begin!

Vertigo (Δεσμώτης του Ιλίγγου), 1958

Vertigo-kiss-1

Η καλύτερη ταινία του Hitchcock (αγαπημένος). O Hitch ήταν ο πρώτος  που με έκανε να καταλάβω την “ύπαρξη” σκηνοθέτη στην οθόνη. Ο άνθρωπος που με έκανε να θέλω να ακολουθήσω το επάγγελμά του, γιατί μέσω των ταινιών του κατάλαβα πως μια ταινία ανήκει στον σκηνοθέτη της. Στον “Ίλιγγο” βρίσκεται στα καλύτερά του, με το καλύτερο σενάριο που κινηματογράφισε, το καλύτερο score που μάλλον έγραψε ο Bernard Herrman, την πιο θρυλική αποτύπωση της γέφυρας του San Francisco στην οθόνη και τον Jimmy Stewart (μεγάλη η αγάπη μου και για αυτόν) στον καλύτερο anti- Jimmy Stewart ρόλο της καριέρας του. Κινηματογραφική τελειότητα.

Rear Window (Σιωπηλός Μάρτυς), 1954

크기변환_naver_com_20130526_143949

Άλλη μια ταινία του Hitch, η δεύτερη αγαπημένη μου ταινία που έχει κάνει (ο Jimmy ξανά εδώ. Προφανώς οι συνεργασίες αυτών των δύο έκαναν θαύματα). Η αγωνία του θεατή “κυλάει”, όσο ο Stewart παραμένει καθηλωμένος στην καρέκλα του να χαζεύει ηδονοβλεπτικά τους γείτονές του. Ένα concept το οποίο χρησιμοποίησαν πολλοί, εμπνεόμενη από την ταινία, που όμως κανείς δεν κατάφερε να φέρει εις πέρας όπως ο “Άρχοντας του Σασπένς”.

Harakiri (Χαρακίρι), 1962 

Harakiri

Πολλοί γνωρίζουν τον Kurosawa (και πολύ καλά κάνουν), όμως λίγοι γνωρίζουν τον  Masaki Kobayashi, σκηνοθέτη αυτής της ταινίας. Είναι αστείο αν σκεφτεί κανείς πως το “Χαρακίρι” είναι μια από τις καλύτερες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ και σίγουρα βρίσκεται στο Top 5 των καλύτερων γιαπωνέζικων ταινιών. Ένας εξαιρετικός σκηνοθέτης και ένας θρυλικός ηθοποιός, ο Tatsuya Nakadai (που εκείνη την εποχή ήταν μεγάλο αστέρι του γιαπωνέζικου κινηματογράφου μαζί με τον Toshiro Mifune) σε μια αλησμόνητη αντι-σαμουράι ταινία που δείχνει καλύτερα από κάθε άλλη, το πόσο ψηλά είχε ανεβάσει τον πήχη κινηματογραφικά η Ιαπωνία.

Ikiru (Ο καταδικασμένος), 1952

ikiru-imdb-top-250

Ακόμα μια ταινία που σίγουρα βρίσκεται μέσα στον top 5 των γιαπωνέζικων ταινιών. Ο Kurosawa στην πιο όμορφη ταινία του (και αυτό σημαίνει πολλά για έναν άνθρωπο που μας χάρισε ένα σωρό κλασσικές ταινίες). Συγκινητική και ανθρώπινη. Ο ίδιος ο πρωτότυπος τίτλος της μας δίνει την σημασία της, “Να ζεις”. Γιατί σημασία δεν έχει πως κάποτε θα πεθάνεις αλλά ότι πρόλαβες να ζήσεις και αυτό ακριβώς δείχνουν αυτά τα κοντινά πλάνα στα υγρά μάτια του Shimura (πρωταγωνιστή της ταινίας), που δεν πρόκειται να σβήσουμε ποτέ απ΄το μυαλό μας .

The Human Condition (Η Ανθρώπινη Κατάσταση), 1959, 1960, 1961

2106id_332_086_primary_w1600

Ένα συνολικά δεκάωρο έπος για την ζωή ενός ειρηνιστή, του Kaji, πριν και μέσα στον Δεύτερο Παγκόσμιο. Τρεις ταινίες για μια από τις ομορφότερες ιστορίες και καλύτερες σκιαγραφήσεις ήρωα που είδαμε. Δυστυχώς παραμένει ανεξερεύνητη λόγω της διάρκειας της και της μέχρι πρόσφατα δυσκολίας στην εύρεσή της σε DVD περιοχής 2 (πλέον DVD και Blu-ray περιοχής 2 βγήκαν από την Arrow).

Cinema Paradiso (Σινεμά ο Παράδεισος), 1988 

cinema-paradiso

Ο απόλυτος ύμνος στο σινεμά και στους λάτρεις του. Το αγαπήσαμε, γιατί καμία άλλη ταινία δεν άγγιξε πιο βαθιά την ψυχοσύνθεση του σινεφίλ. Γιατί βλέποντας αυτό το μικρό παιδάκι να τρέχει στον κινηματογράφο πίσω από τον Alfredo, βλέπαμε εμάς. Όποιος στο τέλος της ταινίας δεν έβαλε τα κλάματα, μάλλον δεν “ερωτεύτηκε” ποτέ καρούλι φιλμ.

Oldboy, 2003

oldboy-2003-05-600x290

Αν έπρεπε να φέρω ένα καλό παράδειγμα αρμονικής συνύπαρξης βίας και λυρισμού, σκληρότητας και ευαισθησίας στην οθόνη, τότε θα έλεγα για αυτήν την ταινία. Το 2002 άφησε άναυδους τους σινεφίλ και μύησε πολλούς στον Νοτιοκορεάτικο κινηματογράφο, όχι άδικα. Θα μπορούσαμε, ίσως, να την πούμε μια σύγχρονη ελληνική τραγωδία; Θα πω πως ναι, κι ας με πούνε βλάσφημη.

The Cremator (Ο Αποτεφρωτήρας), 1969

Cremator4

Μπορεί να υπάρξει μαύρη κωμωδία για έναν αποτεφρωτήρα που γουστάρει τρελά την δουλειά του, είναι Ναζιστής και βλέπει οράματα με τον Βούδα; Ναι, και το αποτέλεσμα είναι μια αξέχαστη, ντελιριακή ταινία. Κι αν δεν έφτανε αυτό, τα πλάνα είναι από την πλευρά του ολίγον ανωμαλιάρη αντι-ήρωά μας, για να έχουμε μια ακόμα πιο καθηλωτική εμπειρία. Ασπρόμαυρη φωτογραφία πεντακάθαρη για να φαίνεται τέλεια ο ανησυχητικά απειλητικός Hrusinsky, πάντα υπό την υπόκρουση της θανατερής μουσικής του Liska. Κι όμως είναι κωμωδία…

Andrei Rublev (Αντρέι Ρουμπλιόφ), 1966

WEBandrei rublev_0

Αν υπήρχε Θεός στο σινεμά θα άκουγε στο όνομα Tarkovsky. Δεν υπήρξε μεγαλύτερος σκηνοθέτης από εκείνον και το “Andrei Rublev” είναι μια από της ταινίες του που φτάσαν τον κινηματογράφο στο ύψιστο σημείο του. Δεν ξέρω τι να πω για αυτήν την ταινία. Το αξιοθαύμαστο δεν είναι πως ο  “Andrei” εισχωρεί τόσο βαθειά κάτω από το δέρμα, ώστε να “φτάσει” την ψυχή αλλά πως την “αγκαλιάζει” αντι απλώς να την αγγίξει. Ύμνος στον καλλιτέχνη; Ύμνος στην πνευματική αναζήτηση; Ύμνος στον άνθρωπο σε όλες τις φύσεις του, “σκοτεινές” και μη; Σίγουρα είναι ύμνος πάντως.

Lawrence of Arabia (Ο Λώρενς της Αραβίας), 1962

kfb11cr4Hp7xKtSEJgPx0sNiqAg

Πολλοί ηθοποιοί έδωσαν μεγάλες ερμηνείες. Και σήμερα υπάρχουν μεγάλοι ηθοποιοί όπως και υπήρχαν αλλά ποτέ κανείς δεν “ακούμπησε” την ενσάρκωση (γιατί αυτό δεν ήταν απλή ερμηνεία) ενός ξανθού Ιρλανδού με λαμπερά μπλε μάτια σε αυτή την ταινία. Κάποιοι είπαν πως η λάμψη σε αυτά τα μάτια ήταν το ποτό, άλλοι πως έφταιγε το ανοιχτό τους χρώμα που τα έκανε να φωτίζουν έτσι. Εγώ αρνούμαι να τα πιστεύσω αυτά και θα σας πω τι ήταν, η ψυχή. “Ο Λώρενς της Αραβίας” είναι ένα τίποτα τις στιγμές που από τα πλάνα του λείπει ο νεαρός ηθοποιός που άκουγε στο όνομα Peter O’ Toole και αυτό σε ταινία δεν το έχει κάνει ποτέ κανείς και ίσως να μην ξαναγίνει ποτέ.

 

Belladonna of Sadness (1973), Eiichi Yamamoto

Ο γιαπωνέζικος κινηματογράφος είναι “μεγάλος” για πολλούς λόγους: γιατί έβγαλε σκηνοθέτες σαν τον Kurosawa, τον Kobayashi, τον Ozu και τον Mizoguchi, γιατί αξιοποίησε όμορφα την ιστορία της Ιαπωνίας για να μας συστήσει τις ταινίες με samurai και να μας δείξει τον κόσμο των πνευμάτων από μια σκοπιά διαφορετική και τέλος γιατί δεν φοβήθηκε να γίνει νοσηρός, αλλόκοτος και over-the-top. Τι εννοώ; Έχετε ξαναδεί φεμινιστικά κινούμενα σχέδια με εικόνες να θυμίζουν νερομπογιές (αν δεν είναι) και τραγούδια να φέρνουν ελληνικό Νέο Κύμα (σε στυλ Καίτη Χωματά και των λοιπών καλλιτεχνών, απλώς στα γιαπωνέζικα), που έχουν να κάνουν με την εκδίκηση μιας βιασμένης ομορφονιάς που κυκλοφορεί γυμνή σε όλη σχεδόν την ταινία και συνεργάζεται με τον σατανά, ο οποίος έχει σχήμα φαλλού παρεπιμπτόντως, για να τα καταφέρει; Όχι δεν έχετε ξαναδεί, κι όμως αυτό είναι το “Belladonna of Sadness”.

Η υπόθεση είναι αυτή που σας είπα και δεν υπερβάλλω, η ιστορία μιας εκδίκησης γένους θηλυκού στην Μεσαιωνική φεουδαρχική Γαλλία. Η Jeanne είναι έτοιμη να παντρευτεί με τον Jean, όμως ο βασιλιάς αρνείται να τους παντρεύσει και βιάζει την όμορφη κοπέλα. Η Jeanne έπειτα προσεγγίζεται από τον διάβολο να δώσει την ψυχή της, ώστε να κερδίσει την δύναμή του για να μπορέσει να αντεπεξέλθει τώρα ατιμασμένη. Έπειτα όμως τα πράγματα όσο παν χειροτερεύουν για την Jeanne και τον Jean και έτσι η Jeanne θα αποφασίσει να εκδικηθεί.

Η ταινία έχει πολύ έντονο το σεξουαλικό στοιχείο και τους συμβολισμούς. Δεν είναι τυχαίο που ο διάολος έχει την μορφή του ανδρικού μορίου. Η Jeanne είναι γυναίκα σε μια εποχή ανδροκρατούμενη, που ο άνδρας είναι “κακός” γιατί μπορεί να πάρει ότι θέλει. Στην τελική για την “ατιμασμένη” Jeanne από τον βασιλιά δεν θα μπορούσε να υπάρχει κάτι χειρότερο από έναν απειλητικό φαλλό. Παρ’ όλα αυτά τα σκληρά θέματα, οι εικόνες από νερομπογιές της ταινίας είναι έργο τέχνης, ακόμα κι αν είναι ασυνάρτητες και στατικές πολλές φορές. Κάτι τέτοια βλέπεις και καταριέσαι την τεχνολογία που εξελίχθηκε και έτσι πλέον τα κινούμενα σχέδια δεν είναι ζωγραφισμένα στο χέρι (όταν κάτι γίνεται στο χέρι έχει άλλη ζεστασιά και ομορφιά. Ο υπολογιστής δυστυχώς είναι πολύ τέλειος και η τελειότητά του είναι αφύσικη. Το τέλειο δεν μοιάζει αρκετά “αληθινό”). Όσο για το βασικό τραγουδάκι της “Belladonna”…το ακούω κάθε μέρα αφότου είδα την ταινία.

Γοητευτική ταινία, λοιπόν. Δείτε την γιατί η LSD είναι ακριβή και η θέαση του “Belladonna” προσφέρει παρόμοια εμπειρία με αυτήν.

Fun Fact: Belladonna δεν είναι απλά η “όμορφη κυρά” αλλά και το όνομα ενός δηλητηριώδους λουλουδιού που χρησιμοποιείται και στην ταινία. Το άλλο όνομα του belladonna είναι deadly nightshade  που αλά ελληνικά σημαίνει “θανατερή σκιά νυκτός”.

Καλύτερη σκηνή: Η τελική σκηνή… και όποτε άλλοτε ακούγεται το βασικό τραγουδάκι της ταινίας.

Τι μας έμεινε: Αχχχ… μας κόλλησε το τραγουδάκι και δεν ξέρουμε και γιαπωνέζικα να το τραγουδήσουμε. Βάσανο μεγάλο…

Τι μας χάλασε: Λίγο η στατικότητα της. Θα ήταν ίσως προτιμότερο περισσότερες από τις κατά τ’ άλλα πανέμορφες φωτογραφίες που περνούσαν απ’ την οθόνη να ερχόντουσαν στην ζωή και να γινόντουσαν κι αυτές “κινούμενα σχέδια”.

Ατάκα Award: “Let her suffer just by living.”

Περίσταση για να το δεις: Γιατί δηλαδή να μην το δεις;! Δεν έχεις δει τίποτε ανάλογο και για αυτό τον λόγο ακριβώς να το δεις σε οποιαδήποτε περίσταση (όχι πρώτο ραντεβού όμως γιατί θα είναι aaawwwkward!). Τόλμησε το.

 

Romeo, Juliet and Darkness (1960), Jiri Weiss

Έχω να γράψω πολύ καιρό. Υπερβολικά πολύ καιρό, αν αναλογιστώ τον αριθμό των ταινιών που έχω δει στο ενδιάμεσο και μάλιστα τον αριθμό των ταινιών για τις οποίες σκόπευα να γράψω, ωστόσο αποφάσισα σήμερα να ξαναξεκινήσω το γράψιμο με μια ταινία που είδα μέρες πριν, το τσέχικο “Romeo, Juliet and Darkness”.

Η ταινία αυτή απ’ ότι κατάλαβα είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί και απ’ ότι φαίνεται η μόνη κυκλοφορία της σε DVD (ή τουλάχιστον η μόνη εύκολα προσβάσιμη), το οποίο μάλιστα δεν έχει ιδιαίτερα καλή ανάλυση, καθαρά λόγω τις παλιάς και κακομεταχειρισμένης κόπιας, είναι από την “second run” (για την οποία πρέπει να σας έχω μιλήσει και στο παρελθόν), το οποίο και κατέχω. Κρίμα λοιπόν, γιατί αυτό το “μικρό” τσέχικο φιλμ είναι πολύ γλυκό και ζεστό με ένα πολύ απλό, καθαρό και ταπεινό τρόπο.

Το χρονικό πλαίσιο της ταινία ο 2ος Παγκόσμιος. Ο νεαρός Pavel ζει στην Τσεχία την εποχή εκκαθαρίσεων Εβραίων. Έτσι μια μέρα βρίσκει στην γειτονιά του μια νεαρή Εβραία κοπέλα, την Hanka που δεν ακολούθησε τους υπόλοιπους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και προσπαθεί να κρυφτεί, ώστε να μην την πιάσει η Gestapo. Ο Pavel, που είναι ήδη θυμωμένος με την κατάσταση που επικρατεί αποφασίζει να την κρύψει σε μια αποθήκη της πολυκατοικίας του. Αυτό το γεγονός θα σημάνει τον καταδικασμένο έρωτα των δύο νεαρών. Κάπως έτσι απλά, λιτά και ρομαντικά εξελίσσεται η υπόθεση ενός έρωτα που μοιάζει σαν αυτόν του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, τον έρωτα μεταξύ δύο ατόμων που είναι παράπλευρες απώλειες μιας “βεντέτας”, λόγω της καταγωγής τους και των προκαταλήψεων.

Νομίζω πως δεν έχω να πω τίποτα άλλο για την ταινία. Αγγίζει με έναν πολύ διακριτικό τρόπο και καταφέρνει να είναι λυρικά ρομαντική χωρίς “φανφαρόνικο” ύφος. Ψάχτε την, γιατί δεν δικαιούται να μείνει στο “σκοτάδι” μαζί με τους ήρωές της. Οπότε για άλλη μια φορά βγαίνουμε στο συμπέρασμα ότι: Czechs do it better!

Fun Fact: Η ταινία κέρδισε το “Χρυσό Κοχύλι” στο φεστιβάλ του San Sebastian to 1960.

Καλύτερη σκηνή: Το τέλος της ταινίας αλλά και η συζήτηση των δύο ηρώων την ώρα που κοιτούν τα άστρα.

Τι μας έμεινε: Μια γλυκόπικρη επίγευση για τον εξαρχής καταδικασμένο έρωτα. Α… και ερωτευτήκαμε τον Pavel (μιλώντας πάντα για τον εαυτό μου).

Τι μας χάλασε: Η ταινία είναι ένα “μικρό” , ζεστό φιλμάκι, δεν είναι το αριστούργημα που θα σε συνταράξει, ούτε η καλύτερη τσέχικη ταινία που έχω δει, χωρίς αυτό βέβαια να της μειώνει την αξία της (διότι πράγματι μιλάμε για μια ταινία που έχει αξία, η οποία μάλιστα δεν έχει αναγνωριστεί).

Ατάκα Award: (Η Hanka μιλά στον Pavel για τον Θεό) “He doesn’t exist anyway. How could he just watch, if he did?”

Περίσταση για να το δεις: Αφού μπούχτισες με τα impossible romances της σειράς του Hollywood και θες να δεις ρομάντζο αλά Τσεχία. Δες το έτσι κι αλλιώς όμως (σε περίπτωση που το βρεις, γιατί  δεν είναι και εύκολο.), διότι ήρθε η ώρα αυτή η ταινία να δει “το φως της μέρας”.

The Company of Wolves (1984), Neil Jordan

Πριν από κάποιο καιρό είχα ξαναγράψει για μια ταινία που εξερευνούσε τον υπερσεξουαλικό κόσμο μιας κοπέλας έτοιμης να γίνει γυναίκα, το τσέχικο “Valerie και η Εβδομάδα των Θαυμάτων της”. “Η Παρέα των Λύκων” βαδίζει στα ίδια μονοπάτια της σκοτεινής σεξουαλικότητας της πρωταγωνίστριάς του με έναν επίσης παραμυθένιο τρόπο.

Οι γονείς της Rosaleen επιστρέφουν στο σπίτι με την αδερφή της και την βρίσκουν να κοιμάται. Αυτόματα εμείς μπαίνουμε στο όνειρό της, στο οποίο ζει στο δάσος σε μια άλλη εποχή με τους γονείς της και την αδερφή της. Όμως όταν η αδερφή της σκοτώνεται από λύκους, πηγαίνει να μείνει στη γιαγιά της, η οποία της εξιστορεί διάφορες ιστορίες με κακούς λύκους που είναι τριχωτοί από μέσα κι όχι απ’ έξω, κάτι σαν τους επονομαζόμενους λυκάνθρωπους. Φαντασία και όνειρο περιπλέκονται στην ταινία. Παρακολουθούμε πότε την πραγματικότητα, πότε το όνειρο της Rosaleen και πότε τις ιστορίες της γιαγιάς της, οι οποίες αρχίζουν να φαντάζουν αληθινές.

Η ταινία είναι πανέμορφη και “υπνωτική”, ίσως η πιο αρτιστικά ενδιαφέρουσα ταινία του Jordan. Χωρίς υπερβολές ούτε στα εφέ, που είναι αξιοθαύμαστα για το budget και την χωρίς-χρήση-υπολογιστή-εποχή τους και κατά την γνώμη μου πολύ πιο γοητευτικά από τα αψεγάδιαστα “ανέμπνευστα” CGI που βλέπουμε κατά κόρον σήμερα αλλά ούτε και στον “ερωτισμό” της. Και όταν αναφέρομαι στον “ερωτισμό” δεν εννοώ τον πραγματικό ερωτισμό, τον οποίο βρίσκουμε στην ταινία αλλά στην παρουσία γυμνού και σεξουαλικών δραστηριοτήτων που φαίνεται αχρείαστη, αφού η ταινία καταφέρνει μέσα από συμβολισμούς (οι λυκάνθρωποι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως “σεξουαλικά όντα”) να μας δώσει το μήνυμά της και να δημιουργήσει ερωτική ένταση στις σκηνές που επιβάλλεται.

Εξαιρετικά υποτιμημένη και ξεχασμένη, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο, αν αναλογιστούμε πως η περισσότερη δουλειά του Jordan είναι γνωστή και αγαπητή ακόμη και σε άτομα που δεν είναι “ταινιοφάγοι”. Όμορφη σινεφίλ ταινία (μαζί με το “Παιχνίδι των Λυγμών” οι αγαπημένες μου ταινίες του Jordan) αλλά πάνω απ’ όλα σύντομη, περιεκτική και προσβάσιμη για όσους ενδιαφέρονται για ένα ενήλικο, ατμοσφαιρικό παραμύθι με “δόντια”.

Fun Fact: O Kubrick ήταν τόσο ενθουσιασμένος με την δουλειά του Anton Furst, σχεδιαστή παραγωγής, σε αυτήν την ταινία που τον προσέλαβε να δουλέψει στην επόμενη ταινία του, “Full Metal Jacket” (1987).

Καλύτερη σκηνή: Η συνάντηση της Rosaleen με τον Κυνηγό.

Τι μας έμεινε: “Μήπως οι λύκοι δεν είναι τόσο κακοί τελικά;”. “Μήπως απλώς είναι παρεξηγημένοι;”. “Μήπως η παρέα των λύκων είναι ωραία κι ας μοιάζει απειλητική;”. Αυτές και άλλες παρόμοιες σκέψεις.

Τι μας χάλασε: Νομίζω…τίποτα.

Ατάκα Award: “Little girls, this seems to say / Never stop upon your way / Never trust a stranger friend / No-one knows how it will end / As you’re pretty, so be wise / Wolves may lurk in every guise / Now as then, ’tis simple truth / Sweetest tongue has sharpest tooth.”

Περίσταση για να το δεις: Ως double feature με το “Valerie and Her Week of Wonders”. Σε Neil Jordan marathon, για να διαπιστώσεις πόσο διαφορετικό είναι από κάποιες άλλες ταινίες του.

Blue Velvet (1986), David Lynch

Το “Blue Velvet” θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως neo-noir ή σαν ένα ψυχολογικό δράμα, ίσως και θρίλερ. Με μια κάπως πιο αρρωστημένη έννοια love story ή να θεωρηθεί μια “κενή” επίδειξη ασυναρτησιών από έναν αυτάρεσκο σκηνοθέτη. Μπορεί επίσης να είναι ένα “γράμμα” νοσταλγίας για μια αθωότητα που χάθηκε ή η σκιαγράφηση μιας coming of age εμπειρίας που “κάπου πήρε μια λάθος στροφή”.  Πολλά θα μπορούσε να ‘ναι αλλά θα προτιμήσω να μην το εντάξω σε κάποια κατηγορία και να πω πως είναι απλά μια ταινία του David Lynch (αυτό αυτομάτως δεν περιλαμβάνει όλους τους παραπάνω χαρακτηρισμούς;).

Περίεργο και σκοτεινό ξεκινά σαν ένα οικογενειακό δράμα που διαδραματίζεται στο Λάμπερτον της Βόρειας Καρολίνας. Ο Jeffrey Beaumont επισκέπτεται τον πατέρα του που είχε εγκεφαλικό επεισόδιο στο νοσοκομείο, όμως στον δρόμο για το σπίτι, καθώς περνά από ένα χωράφι, βρίσκει ένα κομμένο αυτί. Ενώ το έχει παραδώσει στην αστυνομία και η ανάμειξή του με την υπόθεση θα έπρεπε να έχει τελειώσει, ο Jeffrey δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον να μάθει τι συμβαίνει και έτσι αρχίζει να κάνει παρέα με την κόρη του αστυνομικού που έχει αναλάβει την υπόθεση με σκοπό την απόσπαση πληροφοριών. Μέχρι εδώ το τοπίο θυμίζει ταινία μυστηρίου, όμως τα πράγματα θα πάρουν μια απότομη στροφή όταν ο Jeffrey μάθει από την κόρη του αστυνομικού πως μια γυναίκα ονόματι Dorothy Vallens σχετίζεται με την υπόθεση και έτσι θα θελήσει να την παρακολουθήσει ανακαλύπτοντας το μυστικό της.

Σε παραπάνω λεπτομέρειες δεν θα επεκταθώ για να μην χαλάσω την προβολή της ταινίας, όμως διαβεβαιώ πως μιλάμε για μια ταινία που θα προκαλέσει έκπληξη και σοκ σε έναν θεατή που δεν έχει έρθει ξανά σε επαφή με τον Lynch ή πιο σωστά, δεν γνωρίζει τι τον περιμένει. Η ατμόσφαιρα του “Blue Velvet” είναι οικεία από τα όνειρά μας, εφιάλτες συγκεκριμένα. Μερικές σκηνές παρά την ύπαρξη μιας “συμβατικής” (με μια πολύ χαλαρή έννοια) πλοκής αναδιπλώνονται σαν εικόνες που εμφανίστηκαν από τα άδυτα του υποσυνειδήτου, είναι εικόνες που δεν στέκουν στον δικό μας κόσμο. Το ίδιο ισχύει και για τους χαρακτήρες του Lynch που μοιάζουν με “χαμένες” οντότητες στον χώρο, χωρίς να έχουν κάποιο πραγματικό, ουσιώδη στόχο. Μια εφιαλτική ταινία, άκρως αναξιόπιστη (όσον αφορά την αφήγησή της. Τι συμβαίνει πραγματικά και τι όχι;) όπως και ο πρωταγωνιστής της. Απειλητικά ελκυστική και μυστήρια, “μασκαρεμένη” με μια “αθώα” πόλη του Βορρά, έναν “άβγαλτο” πρωταγωνιστή και το άκουσμα του “Μπλε Βελούδο” του Bobby Vinton που αντηχεί σε κάθε ευκαιρία. Είναι ένας βαθιά μελαγχολικός κόσμος, φαινομενικά ιδανικός, αυτός του Lynch αλλά και γοητευτικός για όσους τολμήσουν να τον “περπατήσουν”.

Fun Fact: Η ιστορία της ταινίας προήλθε από τρεις ιδέες. Η πρώτη ιδέα όπως είπε ο Lynch ήταν “ένα αίσθημα” και ο τίτλος “Blue Velvet”. Η δεύτερη, η εικόνα ενός κομμένου ανθρώπινου αυτιού σε ένα χωράφι γιατί “χρειαζόταν να είναι το άνοιγμα ενός μέρους του σώματος, μια τρύπα μέσα κάτι άλλο…Το αυτί κάθεται στο κεφάλι και πηγαίνει κατευθείαν μέσα στο μυαλό οπότε φαινόταν τέλειο.” Η τρίτη, η βερσιόν από τον Bobby Vinton του κλασσικού “Blue Velvet” και “η διάθεση που ερχόταν με αυτό το τραγούδι μια διάθεση, μια εποχή, και πράγματα που ήταν από αυτή την εποχή.

Καλύτερη σκηνή: Η σκηνή που ακούγεται το “In Dreams” του Roy Orbison και όλη η σκηνή που ο Jeffrey κρύβεται στην ντουλάπα της Dorothy μέχρι και όταν αποχωρεί από το διαμέρισμά της.

Τι μας έμεινε: Νιώσαμε ολίγον mindfucked, όταν τελείωσε.

Τι μας χάλασε: Η Rossellini είναι πολύ όμορφη όπως η μητέρα της Ingrid Bergman αλλά δυστυχώς δεν έχει το υποκριτικό ταλέντο της με αποτέλεσμα να γίνεται κάπως εκνευριστική. Η ταινία είναι υπερεκτιμημένη και αν κάποιος την δει έχοντας πολλές απαιτήσεις δεν θα την εκτιμήσει (επιπλέον δεν είναι ταινία για όλα τα γούστα).

Ατάκα Award: “In dreams, I walk with you. In dreams, I talk to you. In dreams, you’re mine, all the time. Forever. In dreams…”

Περίσταση για να το δεις: Όταν είσαι μόνος και θες να εξερευνήσεις “σκοτεινά” μονοπάτια του Αμερικάνικου κινηματογράφου.

 

 

 

City Lights (1931), Charles Chaplin

Μερικές ταινίες είναι τόσο γνωστές που ξεχνάω να τις δω, λέγοντας πως έτσι κι αλλιώς θα τις επισκεφτώ κάποια στιγμή στο μέλλον. Σε αυτήν την κατηγορία πέφτουν και “Τα Φώτα της Πόλης”. Όλο την άφηνα αυτήν την ταινία για να δω κάτι πιο “καταχωνιασμένο”, που δεν γνώριζα. Δεν είχα και καμία αμφιβολία για το αν πρόκειται για αριστούργημα ή όχι, έτσι κι αλλιώς ο Chaplin είναι εγγύηση. Τελικά όμως την είδα και την αγάπησα.

Η υπόθεση είναι η εξής: ένας αλητάκος του δρόμου (Chaplin), ερωτεύεται μια τυφλή πωλήτρια λουλουδιών, που μετά βίας τα βγάζει πέρα οικονομικά. Στην προσπάθεια του να την βοηθήσει “παίρνει την ταυτότητα” ενός πλουσίου που έχει γνωρίσει. Απλά τα πράγματα αλλά τόσο όμορφα. “Τα Φώτα της Πόλης” είναι μια βαθιά ρομαντική και συγκινητική ταινία, με έναν τρόπο που αποτυγχάνουν να είναι πολλές ταινίες του σήμερα. Η αγάπη που προβάλλεται είναι στην πιο αγνή της μορφή, οι συγκινήσεις δεν σε “βιάζουν” να κλάψεις, ούτε και υπερβολικές γίνονται. Όλα τα αισθήματα από τον θεατή για την ταινία βγαίνουν φυσικά, με μία απλότητα, όπως και η ίδια η αγάπη που νιώθει ο αλητάκος για την τυφλή κοπέλα. Τόση “αγνή” συγκίνηση (αγνή, διότι είναι η συγκίνηση του θεατή που μπόρεσε να “μπει” σε μια ταινία χωρίς προσπάθεια, να νιώσει κάτι απλό και να έρθει σε μια κλιμάκωση στο τέλος της, με μια θλίψη όχι μόνο για το τέλος της ιστορίας αλλά και για το τέλος της εμπειρίας που έζησε, καθώς τελείωσε η ταινία) δεν βλέπουμε συχνά πλέον και είναι κρίμα.

Όσον αφορά τον Chaplin, δεν έχω να πω τίποτα διαφορετικό από αυτό που ήδη ξέρουμε. Είναι μια μεγάλη μορφή στο σινεμά. Παρότι η ταινία του είναι βουβή, δεν “χάνεις ούτε λέξη” από το νόημα της, οι μεσότιτλοι είναι αχρείαστοι.

Δεν θα επεκταθώ παραπάνω, γιατί δεν γνωρίζω τι άλλο θα μπορούσα να γράψω για μια ταινία που λίγο-πολύ όλοι ξέρουν και αγαπούν. Αριστούργημα απλά.

Fun Fact: Ο Orson Welles την θεωρεί την αγαπημένη του ταινία, ο Stanley Kubrick μια από τις αγαπημένες του ταινίες και ο Charlie Chaplin την αγαπημένη του από όσες έχει γυρίσει. Προφανώς κάτι ξέρουν!

Καλύτερη σκηνή: Το τέλος. Καιρό είχαν να με πιάσουν τα κλάματα σε ταινία.

Τι μας έμεινε: Ζεστασιά και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Τι μας χάλασε: Τίποτα.

Ατάκα Award (σε βουβή ταινία, προφανώς μιλάμε για μεσότιτλο): “Tomorrow the birds will sing.”

Περίσταση για να το δεις: Σε οποιαδήποτε περίσταση, διότι σε τέτοιους καιρούς καλό θα ήταν να νιώθουμε λίγο πιο πολύ άνθρωποι και αυτή η ταινία αυτό μας κάνει να αισθανθούμε.

 

 

Ghost in the Shell (1995), Mamoru Oshii

“Το Φάντασμα στο Κέλυφος” είναι ένα από το πιο γνωστά και αγαπητά manga και anime, που πρόσφατα ξαναγυρίστηκε από τους Αμερικάνους σε ταινία με ανθρώπους (δεν ξέρω πως να την χαρακτηρίσω διαφορετικά), με την Scarlett Johanson να κατέχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτή ήταν και η πρώτη μου επαφή μαζί του. Ξεκινώντας με αυτό θα πω πως το remake (αν μπορούμε να του πούμε έτσι, μιας και είναι μεταφορά manga. Βέβαια δεν γνωρίζω την ομοιότητα των δυο εκδοχών με την κοινή πηγή έμπνευσής τους.) δεν ήταν άθλιο όπως φανατικοί του anime υποστήριζαν, αλλά η απογοήτευση που θα είχε κανείς αν περίμενε μια πανομοιότυπη μεταφορά ήταν αναμενόμενη, γιατί το αρχικό anime είναι πολύ πιο απλό. Και όταν λέω απλό δεν εννοώ πως είναι μια ταινία που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσήλωση, τουναντίον, είναι εύκολα δυσνόητη σε όσους δεν της δώσουν προσοχή από την αρχή ή δεν γνωρίζουν απολύτως τίποτα για αυτήν πριν την προβολή, αλλά η διάρκειά της είναι γύρω στο 80λεπτο και η πλοκή δεν πλατειάζει ούτε κατευθύνεται σε πολλά μονοπάτια (τουλάχιστον όχι σε όσα πάει το φετινό remake).

Η ταινία μαζί με τις υπόλοιπες της σειράς που γυρίστηκαν έπειτα παίρνουν μέρος σε ένα όχι και πολύ μακρινό μέλλον στο οποίο ρομπότ και άνθρωποι, οι οποίοι πολλές φορές έχουν και εκείνοι ρομποτικά μέλη καλύτερα απ’ τα δικά τους, συνυπάρχουν. Η ψυχή τους λέγεται “φάντασμα” και μπορούν να βάλλουν “φάντασμα” ακόμα και σε ένα ρομπότ. Σε αυτό τον κόσμο η παραβίαση του “φαντάσματος” είναι εφικτή από χάκερς, αλλάζοντας τις πληροφορίες και τις αναμνήσεις των ανθρώπων ή ρομπότ. Έναν τέτοιο χάκερ, ψάχνει με τους συνεργάτες της και η αστυνομικός Motoko που είναι και εκείνη ρομπότ. Όσο απλά και αν φαίνονται τα πράγματα, δεν είναι. Λόγω ορολογίας και μικρής διάρκειας της ταινίας, μέσα στην οποία δεν χωράν πολλές επεξηγήσεις, το anime γίνεται αρκετά περίπλοκο, όσο και αν φαινομενικά δεν είναι. Η αλήθεια είναι πως δεν πηγαίνει στα “βάθη” που επιθυμούσα (όπως να σχολιάσει ξεκάθαρα τα αρνητικά στοιχεία-που είναι πολλά- μιας κοινωνίας που η παραβίαση της μνήμης και η μεταφορά ψυχών σε πλασμένα από ανθρώπους αντικείμενα είναι εφικτή). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως η ταινία είναι κακή, τεχνικά είναι μάλλον (διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε την δουλειά του μεγάλου Miyazaki) το αρτιότερο κινούμενο σχέδιο που έχω δει. Εξαιρετικά λεπτομερής η φωτογραφία (το animation ήταν μια άκρως πετυχημένη μίξη χειροποίητου animation με CGI), τόσο στην απεικόνιση του Hong Kong όσο και στα γυμνά σώματα των ρομπότ, η οποία μάλλον είναι και το ατού της.

“Το Φάντασμα στο Κέλυφος” ήταν καλό- πολύ καλό μάλλον-  αλλά δυστυχώς το βρήκα κάπως υπερεκτιμημένο. Μάλλον αυτό που έλειπε ήταν ένα μισάωρο ακόμα, για να καταλάβουμε κι εμείς που δεν διαβάσαμε το manga τους “κανόνες” αυτού το φουτουριστικού κόσμου και να καταφέρουμε να διεισδύσουμε πιο βαθιά σε αυτόν. Ωστόσο αξίζει.

Fun Fact: Το μέλλον που προβάλλεται στο anime δεν είναι και τόσο μακρινό, απλά 12 χρονάκια από σήμερα…μιλάμε για έτος 2029. Επίσης η ταινία υπήρξε κύρια πηγή έμπνευσης για το “Matrix”.

Καλύτερη σκηνή: Η κλασική σκηνή που η Motoko πέφτει από την οροφή γυμνή, ενώ σιγά-σιγά γίνεται αόρατη.

Τι μας έμεινε: Οι δρόμοι του Hong Kong στην ταινία είναι πανομοιότυποι με τους πραγματικούς (όχι ότι έχω πάει Hong Kong) σε σημείο που νόμιζα πως έβλεπα Wong Kar-Wai σε κάποια στιγμή.

Τι μας χάλασε: Η μικρή διάρκεια που δεν ήταν αρκετή για μια πλήρη εξερεύνηση ενός τόσο ενδιαφέροντος φουτουριστικού κόσμου, όχι τραγικά διαφορετικού από τον δικό μας. Μου φαίνεται πως η θέαση είναι πιο “εύκολη” σε κάποιον που έχει διαβάσει το manga.

Ατάκα Award: “There’s nothing sadder than a puppet without a ghost, especially the kind with red blood running through them.”

Περίσταση για να το δεις: Αν θες να δεις ένα animation με υπέροχη φωτογραφία, χωρίς πριγκίπισσες και χιονάνθρωπους να τραγουδάνε κάθε 10 λεπτά (αυτό ήταν σπόντα για το “Frozen” για όσους δεν το ‘πιασαν).

Danton (1983), Andrzej Wajda

Ο Wajda δεν απογοητεύει κι έτσι είχα εγγύηση για αυτό που θα έβλεπα από πριν. Είχα μεγάλες προσδοκίες και για άλλο λόγο βέβαια. Αυτή η εποχή που διαπραγματεύεται το φιλμ μου προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η αποκαλούμενη περίοδος της Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης. Μια περίοδος αναταραχής άλλωστε αποτελεί ιδανικό υλικό για ταινία, έχει “ζουμί” και ίντριγκα.

Ο ήρωάς μας ο Νταντόν, ένα πρόσωπο γνώριμο, από τις πιο σημαντικές μορφές της Επανάστασης μάλιστα, οργανωτής της επανάστασης που έφερε στην ανατροπή της δυναστείας και εμπνευστής της “Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας”. Η αντίπαλη μορφή που θα μας απασχολήσει, ο Ροβεσπιέρος, ο μετέπειτα Νταντόν ηγέτης της περίφημης “Επιτροπής”, που έσπειρε τον τρόμο στην Γαλλία με τα Επαναστατικά του Δικαστήρια και τις εκτελέσεις με λαιμητόμο που έκανε αβέρτα. Οι δύο χαρακτήρες βέβαια δεν παρουσιάζονται σαν άσπρο-μαύρο στην ταινία, πράγμα πολύ ενδιαφέρον. Ο Νταντόν παρότι αρεστός στον κόσμο, ήταν όντως διεφθαρμένος, σε αντίθεση με τον αντιπαθή Ροβεσπιέρο που ήταν εντελώς αδιάφθορος. Για την ακρίβεια στο πρώτο μισό του φιλμ, δεν υπάρχει σιγουριά για το ποιος από τους δύο άντρες είναι πιο “σωστός”. Από την μια πλευρά ο Νταντόν έχει δίκιο που κατακρίνει τον Ροβεσπιέρο, ο οποίος θέλει να ξαποστείλει πρώην επαναστάτες και καταστρέφει την εφημερίδα που κατηγορεί τις υπερβολικές ενέργειες της “Επιτροπής”. Από την άλλη πλευρά όμως ο Νταντόν κάνει έναν πλούσιο βίο, ενώ ασπάζεται ιδέες που δεν θα τον ήθελαν να ζει με αυτόν τον τρόπο, σε αντίθεση με τον Ροβεσπιέρο, που με το ζόρι τρώει λίγο ψωμί και ζει απλά σε ένα λιτό δωμάτιο με μια υπηρέτρια.

Στο άλλο μισό του φιλμ βέβαια, τα πράγματα αλλάζουν και βλέπουμε καθαρά πλέον με ποιόν χαρακτήρα συμπάσχουμε και ποιόν αντιπαθούμε. Επίσης άλλο στοιχείο με το οποίο σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες είναι τα χρώματα. Ο Νταντόν και ο Ροβεσπιέρος έχουν ο καθένας την δική του παλέτα χρωμάτων. Ο Νταντόν στα κόκκινα, ενώ ο Ροβεσπιέρος στα γαλάζια. Ίσως συμβολικά, για να τονίσουν τον τρόπο με τον τον οποίο ενεργούν οι δύο άνδρες. Ακόμα και το παίξιμό τους είναι διαφορετικό. Ο Depardieu ως Νταντόν είναι όλο ζωντάνια, μια ερμηνεία με τόση ενέργεια που ξεχειλίζει από την οθόνη, ειδικά στην σκηνή της δίκης του. Ο Pszoniak από την άλλη δίνει μια πιο εγκεφαλική και συγκρατημένη ερμηνεία, εξίσου καλή.

Ακόμα, οι διάλογοι δεν γίνονται ποτέ βαρετοί (είναι μεταφορά θεατρικού έργου της Stanislawa Przybyszewska ούτως ή άλλως) και η ατμόσφαιρα δολοπλοκίας παραπέμπει πιο πολύ σε γκανγκστερικό (“Νονός” κατάσταση) παρά σε ιστορικό-πολιτικό φιλμ, κάνοντας το έτσι προσβάσιμο και σε άτομα που δεν συμπαθούν την ιστορία. Ωραία φωτογραφία , παρότι οι περισσότερες σκηνές εκτυλίσσονται σε εσωτερικούς χώρους και ενδιαφέρουσα μουσική επένδυση.  Αριστουργηματική ταινία με κάθε τρόπο.

Fun Fact: Η ταινία που γυρίστηκε το 1983 από έναν Πολωνό σκηνοθέτη, σχολίαζε κάτι παραπάνω από την υπόθεση Νταντόν. Το 1981 μέχρι το 1982 είχε μείνει φυλακισμένος στην Πολωνία ο Λεχ Βαλέσα, πρόεδρος της “Αλληλεγγύης”, αντι-γραφειοκρατικού κοινωνικού κινήματος που δεν ελεγχόταν από το κομμουνιστικό κόμμα και με αντίσταση προωθούσε τα δικαιώματα των εργατών και την ρήξη του καθεστώτος. Νομίζω καταλαβαίνουμε την σύνδεση…

Καλύτερη σκηνή: Η σκηνή της δίκης όπου ενέργεια αναβλύζει από τον Depardieu και μας περνά την ρητορική δεινότητα του Νταντόν. Και το τέλος που ήταν το κερασάκι σε μια ήδη εξαιρετική ταινία.

Τι μας έμεινε: Μάθαμε πέντε πράγματα παραπάνω για μια σημαντική μορφή της Γαλλικής Επανάστασης για την οποία το βιβλίο ιστορίας του σχολείου αφιέρωσε μόνο τρεις σειρές (και πολλές λέω). Ξαναθυμηθήκαμε  πόσο υπέροχος σκηνοθέτης είναι ο Wajda . Επίσης συνειδητοποιήσαμε πως η σκηνή που ο Ροβεσπιέρος λέει στον David (ζωγράφος του “Ο Θάνατος του Μαρά”) να σβήσει κάποια πρόσωπα Επαναστατών από μια μεγάλη ζωγραφιά του, είναι αναφορά στην συνήθεια του Στάλιν να σβήνει κόσμο που εκτελούσε από φωτογραφίες (ακόμα μια φορά ταινία ανατολικοευρωπαίου σκηνοθέτη κάνει αναφορά σε αυτό).

Τι μας χάλασε: Τίποτα απολύτως.

Ατάκα Award: “The Revolution is like Saturn, it devours its own children.”

Περίσταση για να το δεις: Αν θες να ευχαριστηθείς μια πολύ καλή ιστορική ταινία, χωρίς να χρειάζεται να σου αρέσει η ιστορία. Αν θες να έρθεις σε πρώτη επαφή με Wajda.

 

 

 

 

 

 

 

Possession (1981), Andrzej Zulawski

Ως “Μια Γυναίκα Δαιμονισμένη” κυκλοφόρησε στην Ελλάδα αυτή εδώ η ταινία, αν και πιθανότατα ο τίτλος της να έχει διφορούμενη σημασία. Άλλωστε στα Αγγλικά “possession” δεν σημαίνει μονάχα κυρίευση από ένα δαιμονικό ον αλλά και κτήση, περιουσία ή κατοχή. Έτσι δεν μπορώ να γνωρίζω με σιγουριά πιο από όλα εννοούσε ο Zulawski όταν επέλεξε αυτόν τον τίτλο, πάντως βλέποντας την, βγήκα στο συμπέρασμα πως μάλλον έχουμε να κάνουμε με παιχνίδι λέξεων.

Γενικότερα μου είναι δύσκολο να μιλήσω για αυτή την ταινία. Συνειδητοποίησα από νωρίς πως η υπόθεση της δεν ήταν όσο απλή φαινόταν. Ο Μαρκ είναι ένας κατάσκοπος στην Γερμανία (Δυτικό Βερολίνο, φαίνεται από το τοίχος που δεσπόζει στις εξωτερικού χώρου σκηνές) που έρχεται από μια αποστολή πίσω στην γυναίκα του Άννα και τον μικρό γιο τους. Η Άννα όμως του ζητά διαζύγιο. Ενώ αρχικά αρνείται την ύπαρξη τρίτου προσώπου, τελικά εξομολογείται στον Μαρκ πως έβλεπε κάποιον όσο καιρό εκείνος έλλειπε. Ο Μαρκ που ήδη είναι συντετριμμένος από την κατάσταση, μπερδεύεται ακόμα περισσότερο, όταν ανακαλύπτει πως το πρόσωπο που βλέπει η Άννα δεν είναι ο εραστής της Heinrich αλλά κάποιος άλλος.

Κι όμως γράφοντας για την υπόθεση την κάνω να μοιάζει πολύ πιο απλή από ότι είναι, ενώ στην πραγματικότητα μιλάω για μια από τις πιο απρόβλεπτες και πιο “ιδιαίτερες” ταινίες που έχω δει. Το περίεργο είναι πως ήμουν προετοιμασμένη, γνώριζα αρκετά για τον Zulawski (χωρίς να είχα δει άλλη ταινία του πριν απ’ αυτήν), ήξερα πως η ταινία είναι cult και είχα δει την περίφημη τρίλεπτη σκηνή με την Isabelle Adjani να χτυπιέται στο μετρό και πάλι δεν περίμενα μια τέτοια εμπειρία. Σκηνές σαν να βγήκαν από το υποσυνείδητο, συμβολισμοί, σωσίες, τέρατα, ένα άκρως παρακμιακό τοπίο, ένας σαλεμένος Sam Neill και μια ακόμα περισσότερο Isabelle Adjani να παίζουν εσκεμμένα υπερβολικά. Nομίζω πως είδα τα πάντα σε αυτήν την ταινία και η αλήθεια είναι πως δεν παραπονιέμαι. Ομολογουμένως ήταν πολύ “κουλή”, το είδος ταινίας που απευθύνεται σε κοινό με γερά νεύρα, στομάχι και ότι άλλο θέλετε, που είτε την αγαπάς όπως ένα ταξίδι σε ψηλό “roller coaster” είτε την μισείς. Ευτυχώς ανήκω στην πρώτη κατηγορία (όσο κι αν μισώ τα “roller coasters”), και κατάφερα να διασκεδάσω και να “εγκλωβιστώ” στο κλίμα της εύκολα από τις πρώτες σκηνές.

Μετά από όλα αυτά που είπα, βέβαια, κανείς μπορεί να νομίζει πως θεωρώ την ταινία απλώς μια πανδαισία ασυναρτησιών. Όχι, η ταινία έχει ένα βαθύτερο νόημα και λανθασμένα κατά την γνώμη μου έχει κερδίσει ένα status ως ταινία τρόμου, όταν ξεκάθαρα δεν είναι απλώς αυτό. Μοιάζει πιο πολύ με ένα νοσηρό κοινωνικό δράμα σχέσεων και ο τρόμος που προσφέρει είναι ψυχολογικός και “έμμεσος”, πολύ πιο διαφορετικός από αυτόν που θα βλέπαμε σε μια κοινή ταινία τρόμου. Ο Zulawski έγραψε εξάλλου το σενάριο την περίοδο που έπαιρνε ένα ζόρικο διαζύγιο από την ηθοποιό Malgorzata Braunek. Η ταινία λοιπόν, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί αλληγορία ενός τέτοιου διαζυγίου. Η μάταιη προσπάθεια του Μαρκ να κρατήσει την Άννα κοντά του (εξού και ο τίτλος, που εδώ σημαίνει “κτήση”), που τελικά ως μόνη διέξοδο από αυτό το διαζύγιο βρίσκει να πλάσει μια χυδαία και αποκρουστική απεικόνισή της με το μυαλό του, να την φανταστεί σαν “δαιμονισμένη” (εδώ ο τίτλος λειτουργεί ως “δαιμονισμός”), μέχρι να καταφέρει να την αφήσει, έχοντας πλέον γίνει καινούριος άνθρωπος. Δυστυχώς, όμως μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα έχει δημιουργηθεί τόσο χάος που οι ζημιές είναι αναπόφευκτες.

Συνοψίζοντας λοιπόν, μπορεί το “Possession” (χρησιμοποιώ τον Αγγλικό τίτλο, αφού ξεκαθάρισα την διπλή σημασία του κι έτσι συμπεραίνουμε πως ο Ελληνικός τίτλος είναι μάλλον ατυχής), να μην είναι για όλους, όμως δεν απογοητεύει όσους το αντέξουν.

Fun Fact: Η Adjani που κέρδισε το βραβείο στις Κάνες και το Cesar για την ερμηνεία της στην ταινία, δήλωσε πως χρειάστηκε πολλά χρόνια για να ξεπεράσει τον ρόλο της ως Άννα και πως δεν θα ξανάπαιρνε ποτέ παρόμοιο ρόλο στην καριέρα της.

Καλύτερη Σκηνή: Το εκρηκτικό και αινιγματικό τέλος.

Τι μας έμεινε: Μια περίεργη έκφραση στο πρόσωπο και ένα γενικότερο mindfuck. (Και οι ήχοι του εξίσου νοσηρού με την ταινία, soudtrack.)

Τι μας χάλασε: Ίσως μερικοί να μπερδευτούν ή να βρουν την ταινία υπερβολικά νοσηρή.

Ατάκα Award: “You look ugly. You ‘ve hardened. For the first time, you look vulgar to me.”

Περίσταση για να το δεις: Διότι είσαι πρόθυμος να δοκιμάσεις το εαυτό σου. Διότι είναι ένα νοσηρό “roller coaster”. Διότι η Isabelle Adjani καταφέρνει να μεταμορφωθεί σε “δαίμονα”, παρά το αγγελικό πρόσωπο της.