Blood and Black Lace (1964), Mario Bava

” The Christian Haute Couture fashion house is home to models…and backstabbing…and blackmail…and drug deals…and MURDER”, μας λέει το tagline του “Blood and Black Lace” και μας προϊδεάζει πλήρως θα ‘λεγε κανείς για το είδος της ταινίας που έπεται να δούμε, giallo. Για τα giallo τώρα, είχα πρωτοδιαβάσει στο περιοδικό “Σινεμά”, όταν είχε αφιέρωμα στο σινεμά του τρόμου (τεύχος 236 αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς) και μου είχαν κινήσει έντονα το ενδιαφέρον κι έτσι άρχισα να ψάχνω τους σκηνοθέτες τους και το έργο τους. Όμως ας μην προτρέχω κι ας εξηγήσω τι είναι αυτό το είδος, που για την ακρίβεια η ονομασία του σημαίνει “κίτρινο” στα Ιταλικά. Τα giallos είναι μια υποκατηγορία ταινιών τρόμου, Ιταλικής παραγωγής που πήραν το όνομα τους από ένα περιοδικό κίτρινου χρώματος που εκδιδόταν την δεκαετία του ’50 και περιείχε ιστορίες βίας και σεξ. Αυτή την θεματολογία έχουν και τα giallos, μακάβριες ιστορίες (όχι τόσο για τα σημερινά δεδομένα), πολύ αίμα (κατά κανόνα- όχι πάντα), ωραίες γυναίκες, άλλοτε ερωτικές σκηνές, υπέροχα χρώματα και υποτυπώδη σενάρια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά τους. Το “Blood and Black Lace” είναι το πρώτο που βλέπω και έχει όλα τα παραπάνω, άλλωστε ο Bava είναι ο “πατέρας” του giallo, από αυτόν άρχισαν όλα.

Η υπόθεση συμπεριλαμβάνεται στο tagline οπότε δεν θα κάτσω να την αναλύσω, αφού δεν είναι και σημαντική άλλωστε. ‘Ενας μασκοφόρος σπέρνει τον τρόμο σε έναν οίκο μόδας, όταν αρχίζει να σκοτώνει κοπέλες που δουλεύουν εκεί. Το σενάριο όπως είπαμε και πριν είναι υποτυπώδες. Υπάρχει ένα σχετικό suspence στην αρχή όσον αφορά το πρόσωπο του δολοφόνου αλλά δεν είναι πραγματικά εκείνο που σου κρατά το ενδιαφέρον. Νιώθει κανείς πως η υπόθεση και οι φόνοι λειτουργούν, ώστε να “φανεί” το “ωραίο” στην ταινία. Είτε αυτό είναι η ομορφιά των κοριτσιών που δολοφονούνται με διαφορετικούς τρόπους η κάθε μια, είτε η ικανότητα του Bava να χειρίζεται τα χρώματα, όπως η επιλογή του να υπάρχουν πολύχρωμοι φωτισμοί αντί για ένα απλό λευκό φως. Η πλοκή σε σημεία είναι βεβιασμένη και οι διάλογοι λειτουργούν για την συμπλήρωσή της. Δεν μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα ποιος έκανε τον φόνο, ποιόν δολοφόνησε ή γιατί το έκανε αυτό αλλά επικεντρωνόμαστε στο πώς. Τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κάθε φόνος και την δεξιοτεχνία του Bava να τον δείχνει καλαίσθητα στην κάμερα. Η αλήθεια είναι πως το περίμενα πιο αιματηρό (δεν ήταν σχεδόν καθόλου) και λιγότερο στιλιζαρισμένο. Έκανα λάθος, το στιλ που υπάρχει στην ταινία, μέχρι και στα φορέματα του οίκου μόδας και στους τίτλους αρχής, είναι A level και οπτικά δείχνει την ταινία πολύ μικρότερη από τα χρόνια της. Ένα κλασσικό giallo που αξίζει να ανακαλυφθεί παρά τις ατέλειές του, ακόμα και από αυτούς που δεν είναι λάτρεις του είδους, μόνο και μόνο για την “εικόνα” του.

Fun Fact: Αυτή είναι η ταινία που άρχισε το είδος giallo.

Καλύτερη σκηνή:  Οι τίτλοι αρχής σε συνδυασμό με την μουσική και ο πέμπτος φόνος στην μπανιέρα (πάντα το αίμα δείχνει υπέροχα σε ένα πεντακάθαρο, λευκό μπάνιο).

Τι μας έμεινε: Καταλάβαμε πως ο χώρος της μόδας είναι επικίνδυνος. Αν δεν πας από ανορεξία, πιθανότατα να σε σφάξει κάποιος σεξουαλικά διεστραμμένος δολοφόνος με μάσκα.

Τι μας χάλασε: Οι διάλογοι που πολλές φορές απλά υπάρχουν ώστε να βοηθήσουν την βεβιασμένη πλοκή και το “ξύλινο παίξιμο” (που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσαμε να αποφύγουμε).

Ατάκα Award: “Perhaps the sight of beauty makes him lose control of himself, so he kills.”

Περίσταση για να το δεις: Αν είσαι σε mood για κάτι πολύχρωμο.

Phantom Of The Paradise (1974), Brian De Palma

Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο δεν ήμουν πολύ καλά και κατάλαβα πως χρειαζόμουν να δω κάποια ταινία για να μου αλλάξει τη διάθεση. Έτσι έπεσα πάνω στο “Phantom of the Paradise”. Δεν ξέρω γιατί αλλά συνήθως όταν δω κάτι που μου άρεσε πάρα πολύ, αργώ να γράψω για αυτό. Όπως καταλαβαίνετε, το “Phantom” είναι μια από αυτές τις ταινίες. Γενικότερα έχω μια πολύ καλή σχέση με τον De Palma, γιατί δεν έχω δει τις κακές του ταινίες (π.χ. “Black Dahlia”, όπως έχω ακούσει), αντιθέτως οι ταινίες του που έχω δει είναι πολύ αγαπημένες μου (“Carlito’s Way”, “Blow Out”, “Scarface”,”Carrie”). Για αυτόν τον λόγο, παρότι είχα ακούσει πολύ καλά λόγια για την ταινία από το “Σινεμά” και ήξερα πως θεωρείται υποτιμημένη, δεν περίμενα να μου αρέσει καλύτερα από το “Blow Out” και το “Carlito’s Way”, που είναι κατά την γνώμη μου και οι δυο τους από τις καλύτερες ταινίες των δεκαετιών στις οποίες γυρίστηκαν. Βέβαια καταλαβαίνω πως μπορεί να μην είναι η καλύτερη του De Palma, όμως εγώ την αγαπώ ένα τσακ περισσότερο από τις άλλες του που έχω δει.

Μιλάμε για μια rock-opera εκδίκησης ή ίσως μια πολύ “χαλαρή” και πειραγμένη εκδοχή του “Faust” σε συνδυασμό με το “Φάντασμα της Όπερας”. Ένας μουσικός, o Winslow Leach γράφει  μια rock-opera του “Faust”, την οποία κλέβει ο μεγαλύτερος παραγωγός μουσικής της εποχής του, Swan, για να την παίξει στο καινούριο μουσικό θέατρο που ανοίγει το “Paradise”. O Swan δίνει την μουσική σε δικές του “ανακαλύψεις” (οι οποίες είναι nostalgia bands όπως οι “Juicy Fruits” και ο glam rock τραγουδιστής Beef) που πουλάνε λόγω image και όχι στην τραγουδίστρια που θέλει ο Leach, ο οποίος εξοργισμένος για όσα του έχει κάνει ο Swan ετοιμάζεται να πάρει εκδίκηση. Η ταινία είναι πολύ 70s. Νιώθω βασικά πως ο De Palma σατιρίζει την μουσική βιομηχανία της εποχής, που είναι όλο “μόστρα” για το τίποτα. Όπως λέει και η Jessica Harper η οποία παίζει την τραγουδίστρια που ο Leach έχει διαλέξει να ερμηνεύσει το έργο του, “I’ m not a screamer. I am a singer” και αυτό δυστυχώς δεν προωθείται. Η μουσική είναι κι αυτή πολλές φορές σατιρική, γραμμένη από τον συνθέτη Paul Williams που εδώ εμφανίζεται και στον ρόλο του Swan. Εκρηκτικοί ρυθμοί, χρώματα και πλάνα. Ένα όργιο μουσικής που αδυνατώ να καταλάβω γιατί άργησε να αναγνωριστεί. Εύγε De Palma. Από τις αγαπημένες μου ταινίες της δεκαετίας του ’70 που περιέχει ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια αγάπης που ακούσαμε ποτέ στο σινεμά (“Old Souls” που ερμηνεύεται από την Jessica Harper στην ταινία).

Fun Fact: Η Sissy Spacek (που έμελλε να παίξει τον ομώνυμο ρόλο στην “Carrie”), όταν δεν πήρε τον ρόλο στην ταινία που πήγε έπειτα στην Jessica Harper, δούλεψε ως αμπιγιέζ  μιας και ο φίλος της, Jack Fish, ήταν ο σχεδιαστής παραγωγής.

Καλύτερη σκηνή: Όλη η ταινία είναι ισάξια αλλά ξεχωρίζει η σκηνή αναφορά σε αυτήν του μπάνιου στο “Ψυχώ” (ο De Palma είναι έντονα επηρεασμένος από τον Hitchcock) και η ερμηνεία του “Old Souls” απ’ την Harper.

Τι μας έμεινε: Η “χαίτη” του Swan και κάτι πληγές στα τύμπανα απ’ όταν πρωτακούσαμε τον Beef να “τραγουδά”.

Τι μας χάλασε: Η διαπίστωση πως ακόμα και σήμερα η μουσική βιομηχανία δεν έχει αλλάξει πολύ. Ακόμα προσπαθεί να προωθήσει άτομα απλά για την persona τους και όχι για την μουσική και το ταλέντο τους.

Ατάκα Award: “Never sing my music again. Not here, not anywhere. Do you understand? Never again. My music is for Phoenix. Only she can sing it. Anyone else who tries, dies!

Περίσταση για να το δεις: Αν μισείς τα nostalgia bands που παίζουν μουσική ανάξια να νοσταλγηθεί. Αν βαρέθηκες η μουσική βιομηχανία να σου πλασάρει φρικιά για καλλιτέχνες. Αν θες να δεις μια rock-opera δια χειρός De Palma.

The Adventures of Baron Munchausen (1988), Terry Gilliam

Ο Βαρώνος αποτελεί παλιό γνώριμο. Θυμάμαι ένα μεταγλωτισμένο γαλλικό παιδικό με τις ψεύτικες περιπέτειες του που είχα λιώσει στο DVD-Player. Όταν άρχισα να ασχολούμαι, λοιπόν, με το σινεμά αγάπησα και τους Monty Python και έμαθα πως ο Terry Gilliam, σκηνοθέτις και animator της ομάδας, μετά την διάλυσή τους είχε βρεθεί πίσω από την κάμερα άλλων γνωστών ταινιών. Μία από αυτές ήταν και μια εκδοχή των παραμυθιών του Μυνχάουζεν, “Οι Περιπέτειες του Βαρώνου Μυνχάουζεν”. Ο Gilliam από τον καιρό του στους Python καταλάβαινε κανείς από τα animation του (το πιο γνωστό το τεράστιο γυμνό πόδι των Python), πως είχε ταλέντο να συνθέτει όμορφες εικόνες και φαντασία. Σε αυτήν την ταινία είναι εμφανή τα παραπάνω (δυστυχώς όμως δεν έχω δει άλλη “ανεξάρτητη” δουλειά του Gilliam όσο κι αν πεθαίνω εδώ και καιρό να δω το Brazil).

Οι περιπέτειες του Μυνχάουζεν ξετυλίγονται όταν ο ίδιος φτάνει στην παράσταση ενός θιάσου που ερμηνεύει τα ψεύτικα κατορθώματά του, για να τους αποδείξει πως όσα έχει πει είναι αληθινά. Εκείνη όμως την στιγμή η πόλη δέχεται επίθεση από τους Οθωμανούς και έτσι ο Βαρώνος για να αποδείξει την ειλικρίνειά του και καθώς θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για την κατάσταση (λόγω προηγουμένων με τον Σουλτάνο), αναγκάζεται να ταξιδέψει μαζί με την κόρη του διευθυντή του θιάσου, και να μαζέψει τους υπερδύναμους φίλους του να σώσουν την πόλη. Η ταινία ουσιαστικά θα μπορούσε να θεωρηθεί χωρισμένη σε επεισόδια, το κάθε ένα κι ένας φανταστικός τόπος που επισκέπτεται ο Μυνχάουζεν. Κάθε επεισόδιο έχει τα δικά του εκπληκτικά σκηνικά και ηθοποιούς. Αυτά ίσως είναι και τα βασικά σημεία που κάνουν την ταινία να αξίζει. Παρότι δεν είναι αριστούργημα, είναι διασκεδαστική λόγω των υπέροχων μύθων του Μυνχάουζεν αλλά και για εμένα προσωπικά, λόγω της φαντασίας και καλαισθησίας του Gilliam και της φωτεινής ομάδας διάσημων ηθοποιών που εδώ φοράνε “χαζά” (με την καλή έννοια) κουστούμια και κάνουν περίεργες προφορές. John Neville, Eric Idle (κι άλλο παιδί των Python), Oliver Reed, Uma Thurman, Robin Williams, Jonathan Pryce, Sarah Polley (στα πρώτα της “βήματα” υποψιάζομαι), μέχρι και Sting σε cameo έχει αυτή η ταινία. Πώς να μην το ευχαριστηθείς;

Fun Fact: Ο Robin Williams πήρε τον ρόλο του αφού τον απέρριψε ο Sean Connery, επειδή δεν ήταν αρκετά μεγάλος. Ο Williams τον έπαιξε τελευταία στιγμή, όταν το budget της ταινίας είχε ήδη ξεπεραστεί κι έτσι δεν πληρώθηκε.

Καλύτερη Σκηνή: Το “επεισόδιο” στο φεγγάρι με τον Williams να κάνει τον βασιλιά του σύμπαντος. Επίσης κάτι Python-ικά στοιχεία χιούμορ (π.χ. στην αρχή της ταινίας δεν μας δίνεται σε τίτλο απλά η χρονολογία αλλά και η μέρα στην οποία βρισκόμαστε).

Τι μας έμεινε: Ότι δεν πρέπει να αμφισβητούμε ποτέ τις ιστορίες ενός παππού που κατάφερε να “ρίξει” την Uma Thurman. Και πως το να μένεις παιδί είναι πάντα καλύτερη επιλογή από το να μεγαλώσεις.

Τι μας χάλασε: Τίποτα συγκεκριμένο. Την ταινία δεν την ενδιαφέρει να αλλάξει τον κόσμο και το ξέρει.

Ατάκα Award: Sultan: “Have you any famous last words?” Baron Munchausen: “Not yet.” Sultan: “Not yet? Is that famous?”

Περίσταση για να το δεις: Αν θες για ένα δίωρο να ξαναγίνεις παιδί.

Three Wishes for Cinderella (1973), Vaclav Vorlicek

Ακόμα μια τσέχικη ταινία. Ακόμα ένα παραμύθι. Αυτή την φορά όμως δεν γράφω για μια σκοτεινή ιστορία αλλά για ένα καθαρόαιμο παραμύθι σαν εκείνα που διαβάζουν οι μαμάδες στα παιδιά πριν κοιμηθούν, μια συμβατική εκδοχή της Σταχτοπούτας που όλοι ξέρουμε (στα τσέχικα την λένε Popelku παρεμπιπτόντως), τις “Τρεις Ευχές για την Σταχτοπούτα”. Η ταινία είναι πανέμορφη οπτικά (όπως είναι γενικότερα οι τσέχικες ταινίες). Τα κουστούμια είναι πολύχρωμα, η μουσικά χαρακτηριστική και το τοπίο του χιονισμένου χειμώνα γοητευτικό, όμως ο μύθος της Σταχτοπούτας δεν αλλάζει ιδιαίτερα από τις άλλες εκδοχές που έχουμε δει. Για την ακρίβεια, η ταινία είναι μεταφορά μιας παραλλαγής από την Bozena Nemcova. Σε αυτήν την παραλλαγή (ή πιο σωστά μεταφορά της παραλλαγής, καθώς δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο πιστή στην εκδοχή της Nemcova είναι), η νεραϊδονονά της Σταχτοπούτας αντικαθίσταται από μια κουκουβάγια με το όνομα Rosalie, η οποία πραγματοποιέι μια ευχή της Σταχτοπούτας κάθε φορά που ρίχνει κάτω ένα φουντούκι. Επιπλέον η Σταχτοπούτα είναι πιο δυναμική από ότι συνήθως (πηγαίνει μόνη της στον χορό, ιππεύει άλογα, κοροϊδεύει τον πρίγκιπα, έχει χάρισμα στην τοξοβολία κ.τ.λ.), χωρίς αυτό να την εμποδίζει να ερωτευτεί έναν βλαμμένο πρίγκιπα. Και εκεί είναι που μου τα ψιλοχαλά η ταινία. Έχει τα κλισέ των παραμυθιών παρά τις διαφοροποιήσεις της που είναι ομολογουμένως γοητευτικές. Για να καταλάβετε τι λέω: ο πρίγκιπας, του οποίου υποτίθεται ότι η Σταχτοπούτα είναι “η αγάπη της ζωής του”, όταν την βλέπει μεταμφιεσμένη (σε μεταμφίεση στιλ Hannah Montana) σε κυνηγό δεν την καταλαβαίνει αλλά ούτε και του κινεί το ενδιαφέρον. Βέβαια ας μην ξεχνάμε πως είναι ένα παραμύθι που προφανώς δεν είναι βγαλμένο απ’ την ζωή.

Εν τέλει, η ταινία είναι όμως ένα όμορφο παραμύθι για όλες τις ηλικίες (ίσως η καλύτερη εκδοχή της Σταχτοπούτας;), αν και προτιμώ τα πιο “πειραγμένα” τσέχικα παραμύθια. Δικαίως, λοιπόν, προβάλλεται κάθε Χριστούγεννα στην τσέχικη τηλεόραση, μιας και είναι “ζεστή” και “χειμωνιάτικη” ταυτόχρονα (όσο κουλό κι αν ακούγεται αυτό).

Fun Fact: Η Σταχτοπούτα, Libuse Safrankova, έχει ξαναπαίξει την πριγκίπισσα, στην “Μικρή Γοργόνα” του 1976.

Καλύτερη Σκηνή: Το πλάνο που η Σταχτοπούτα είναι μπροστά από το παλάτι και ετοιμάζεται να εισέλθει στον χορό. Και ότι περιέχει σκηνή χιόνι.

Τι μας έμεινε: Η επιθυμία να χιονίσει (ακόμα κι αν δεν μας αρέσει το χιόνι). Και πως το “Popelku” ακούγεται πολύ καλύτερα από το “Σταχτοπούτα”.

Τι μας χάλασε: Λίγο τα κλισέ των παραμυθιών και οι Hannah Montana-μεταμφιέσεις της Σταχτοπούτας.

Ατάκα Award: “First: who has cheecks grimy with ash, but is not a chimney sweep? The second: a hat with feathers, a crossbow and jacket, but is not a huntsman? And the third: who wears a dress embroidered with silver, but is not a Princess?”.

Περίσταση για να το δεις: Αν είναι Χριστούγεννα και κάθεσαι με την οικογένειά σου. Αν θες να δεις ένα καλό live-action παραμύθι, που δεν είναι της Disney.

 

 

 

A Bittersweet Life (2005), Kim Jee-woon

Βία, λυρισμός, εκδίκηση και αξιομνημόνευτη μουσική. Η συνταγή μια καλής Νοτιοκορεάτικης ταινίας. Αυτόν τον τελευταίο καιρό που ακούγαμε συνέχεια για την Β. Κορέα στις ειδήσεις (ο κινηματογράφος βρίσκεται στην Ν.Κορέα- ας μην μπερδευόμαστε), συνειδητοποίησα πως μου είχε λείψει μια καλή Κορεάτικη ταινία και έτσι έπιασα μία από τις λίγες που δεν έχω δει από το ράφι μου και την είδα. Δεν ήταν τυχαία η ταινία βέβαια, ήταν η “Γλυκόπικρη Ζωή”, ταινία του Kim Jee-woon που εκτιμώ πολύ (σκηνοθέτης του αριστουργηματικού “A Tale of Two Sisters” και του “I Saw the Devil” μεταξύ άλλων). Για την ταινία αυτή είχα φυσικά κάποια εικόνα λοιπόν, λόγω του σκηνοθέτη αλλά και του ηθοποιού Byung-hun Lee, πρωταγωνιστή του Jee-woon και στο “I Saw the Devil”.

Η “Γλυκόπικρη Ζωή” είναι μια δεξιοτεχνικά στιλιζαρισμένη, γκανγκστερική ταινία με ωστόσο, απλή υπόθεση. Ο Sun-woo δουλεύει σε ένα ξενοδοχείο μαφιόζου ως το δεξί του χέρι. Παρά το σκληρό προφίλ του θα λυγίσει όταν του ανατεθεί να σκοτώσει την άπιστη νεαρή κοπέλα του αφεντικού του και θα την αφήσει να ζήσει, καθώς αρχίζει να τρέφει αισθήματα για αυτήν. Οι συνέπειες για αυτή του την ανυπακοή  θα είναι αφάνταστες. Παρόλο που η υπόθεση αυτή δεν αποτελεί κάτι καινοτόμο, η “Γλυκόπικρη Ζωή” δεν γίνεται βαρετή και κρατά μια κινηματογραφική γοητεία καθ’ όλη της την διάρκεια, ακόμα και στις υπερβολικές στιγμές της (οι οποίες φυσικά και υπάρχουν, αφού είναι Κορεάτικη). Η βία φυσικά και θα φανεί over-the-top σε κάποιους (γιατί είναι βασικά), όμως η ταινία παραμένει “ποιητική” με τις “σάλτσες” της. Εκεί ακριβώς είναι που κεντάνε, αν θέλετε, οι Ασιάτες ( Κορεάτες κατά βάση, μιας και για το σινεμά τους μιλάμε). Κι όμως βία και υπερβολή (στο σενάριο) μπορούν να λειτουργήσουν λυρικά κινηματογραφικά, όσο και αν δεν αρέσει σε πολλούς αυτή η ιδέα, και αυτό αποδεικνύεται καλύτερα μέσα από την κάμερα Ασιατών συνήθως (καλύτερο παράδειγμα αυτής της λειτουργίας είναι μάλλον το Oldboy που έχει με τα χρόνια καταφέρει να κερδίσει περισσότερο κοινό). Από την αρχή της ταινίας είναι εμφανής ο λυρισμός, ξεκινώντας με μια Βουδιστική παραβολή, στοιχείο που με έκανε να θυμηθώ το Le Samourai (κι αυτό ταινία για έναν δυστυχισμένο, ψυχρό γκάνγκστερ) του Melville με τον Delon, που αρχίζει με ένα υποτιθέμενο γνωμικό από το Bushido . Για εμένα η “Γλυκόπικρη Ζωή” είναι καλύτερη από το Le Samourai (πιθανότατα πολλοί σινεφίλ να θέλουν να με κάψουν στην πυρά μετά από αυτή τη δήλωση), διότι πέρα από το στιλ της καταφέρνει να δώσει έντονα αισθήματα και ρομαντισμό. Αφήνει όντως μια γλυκόπικρη γεύση.

Επιμένω όμως ότι δεν είναι για όλα τα γούστα (είναι λιγότερο βίαιη από άλλες Κορεάτικες όμως παραμένει αρκετά για τα Δυτικά στάνταρντς). Αν αντέχετε Ταραντίνο, μάλλον θα αντέξετε κι αυτή.

Fun Fact: O Κορεάτικος τίτλος δεν ήταν καθόλου πικρός. Μεταφράζεται ως “La Dolce Vita” που σημαίνει “Η Γλυκιά Ζωή”.

Καλύτερη σκηνή: Η σκηνή που ο Sun-woo ακούει την κοπέλα του αφεντικού του να παίζει μουσική, ενώ το πλάνο έχει στραφεί στην πλάτη του.

Τι μας έμεινε: Πως όντως η ζωή είναι γλυκόπικρη (αλλά κυρίως πικρή). Ότι οι Βουδιστές πρέπει να έχουν ωραίες παραβολές. Και πως ένα κινητό μπορεί να σε σώσει, αν ξέρεις να το χειρίζεσαι (και με αυτό δεν εννοώ να ξέρεις να παίρνεις τηλέφωνο).

Τι μας χάλασε: Θα θέλαμε λίγο πιο βάθος στην σχέση του Sun-woo με την κοπελιά (γιατί κατά βάθος όλοι είμαστε ηλίθιοι ρομαντικοί). Και εντάξει…ο Sun-woo ξεπερνάει τον Chuck Norris σε κάτι φάσεις (αλλά για κάποιον λόγο ταιριάζει απόλυτα η υπερβολή στο κορεάτικο σινεμά, οπότε δεν μας νοιάζει).

Ατάκα Award: “One last autumn night the disciple awoke crying. So the master asked the disciple, “Did you have a nightmare?”. “No”. “Did you have a sad dream?”. “No”, said the disciple. “I had a sweet dream”. “Then why are you crying so sadly?”. The disciple wiped his tears away and quietly answered, “Because the dream I had can’t come true.”

Περίσταση για να το δεις: Θες κατά βάθος να μπεις στο κόσμο του Νοτιοκορεάτικου σινεμά (ξεκινώντας από αυτήν την ταινία), γιατί σου δίνει μια απενοχοποιημένη κινηματογραφική “απόλαυση” με την θλίψη, βία και λυρισμό του, που δεν θα βρεις εύκολα στον Δυτικό κινηματογράφο.