Danton (1983), Andrzej Wajda

Ο Wajda δεν απογοητεύει κι έτσι είχα εγγύηση για αυτό που θα έβλεπα από πριν. Είχα μεγάλες προσδοκίες και για άλλο λόγο βέβαια. Αυτή η εποχή που διαπραγματεύεται το φιλμ μου προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον, η αποκαλούμενη περίοδος της Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης. Μια περίοδος αναταραχής άλλωστε αποτελεί ιδανικό υλικό για ταινία, έχει “ζουμί” και ίντριγκα.

Ο ήρωάς μας ο Νταντόν, ένα πρόσωπο γνώριμο, από τις πιο σημαντικές μορφές της Επανάστασης μάλιστα, οργανωτής της επανάστασης που έφερε στην ανατροπή της δυναστείας και εμπνευστής της “Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας”. Η αντίπαλη μορφή που θα μας απασχολήσει, ο Ροβεσπιέρος, ο μετέπειτα Νταντόν ηγέτης της περίφημης “Επιτροπής”, που έσπειρε τον τρόμο στην Γαλλία με τα Επαναστατικά του Δικαστήρια και τις εκτελέσεις με λαιμητόμο που έκανε αβέρτα. Οι δύο χαρακτήρες βέβαια δεν παρουσιάζονται σαν άσπρο-μαύρο στην ταινία, πράγμα πολύ ενδιαφέρον. Ο Νταντόν παρότι αρεστός στον κόσμο, ήταν όντως διεφθαρμένος, σε αντίθεση με τον αντιπαθή Ροβεσπιέρο που ήταν εντελώς αδιάφθορος. Για την ακρίβεια στο πρώτο μισό του φιλμ, δεν υπάρχει σιγουριά για το ποιος από τους δύο άντρες είναι πιο “σωστός”. Από την μια πλευρά ο Νταντόν έχει δίκιο που κατακρίνει τον Ροβεσπιέρο, που θέλει να ξαποστείλει πρώην επαναστάτες και καταστρέφει την εφημερίδα που κατηγορεί της υπερβολικές ενέργειες της “Επιτροπής”. Από την άλλη πλευρά όμως ο Νταντόν κάνει έναν πλούσιο βίο, ενώ ασπάζεται ιδέες που δεν θα τον ήθελαν να ζει με αυτόν τον τρόπο, σε αντίθεση με τον Ροβεσπιέρο, που με το ζόρι τρώει λίγο ψωμί και ζει απλά σε ένα λιτό δωμάτιο με μια υπηρέτρια.

Στο άλλο μισό του φιλμ βέβαια, τα πράγματα αλλάζουν και βλέπουμε καθαρά πλέον με ποιόν χαρακτήρα συμπάσχουμε και ποιόν αντιπαθούμε. Επίσης άλλο στοιχείο με το οποίο σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες είναι τα χρώματα. Ο Νταντόν και ο Ροβεσπιέρος έχουν ο καθένας την δική του παλέτα χρωμάτων. Ο Νταντόν στα κόκκινα, ενώ ο Ροβεσπιέρος στα γαλάζια. Ίσως συμβολικά, για να τονίσουν τον τρόπο με τον τον οποίο ενεργούν οι δύο άνδρες. Ακόμα και το παίξιμό τους είναι διαφορετικό. Ο Depardieu ως Νταντόν είναι όλο ζωντάνια, μια ερμηνεία με τόση ενέργεια που ξεχειλίζει από την οθόνη, ειδικά στην σκηνή της δίκης του. Ο Pszoniak από την άλλη δίνει μια πιο εγκεφαλική και συγκρατημένη ερμηνεία, εξίσου καλή.

Ακόμα, οι διάλογοι δεν γίνονται ποτέ βαρετοί (είναι μεταφορά θεατρικού έργου της Stanislawa Przybyszewska ούτως ή άλλως) και η ατμόσφαιρα δολοπλοκίας παραπέμπει πιο πολύ σε γκανγκστερικό (“Νονός” κατάσταση) παρά σε ιστορικό-πολιτικό φιλμ, κάνοντας το έτσι προσβάσιμο και σε άτομα που δεν συμπαθούν την ιστορία. Ωραία φωτογραφία , παρότι οι περισσότερες σκηνές εκτυλίσσονται σε εσωτερικούς χώρους και ενδιαφέρουσα μουσική επένδυση.  Αριστουργηματική ταινία με κάθε τρόπο.

Fun Fact: Η ταινία που γυρίστηκε το 1983 από έναν Πολωνό σκηνοθέτη, σχολίαζε κάτι παραπάνω από την υπόθεση Νταντόν. Το 1981 μέχρι το 1982 είχε μείνει φυλακισμένος στην Πολωνία ο Λεχ Βαλέσα, πρόεδρος της “Αλληλεγγύης”, αντι-γραφειοκρατικού κοινωνικού κινήματος που δεν ελεγχόταν από το κομμουνιστικό κόμμα και με αντίσταση προωθούσε τα δικαιώματα των εργατών και την ρήξη του καθεστώτος. Νομίζω καταλαβαίνουμε την σύνδεση…

Καλύτερη σκηνή: Η σκηνή της δίκης όπου ενέργεια αναβλύζει από τον Depardieu και μας περνά την ρητορική δεινότητα του Νταντόν. Και το τέλος που ήταν το κερασάκι σε μια ήδη εξαιρετική ταινία.

Τι μας έμεινε: Μάθαμε πέντε πράγματα παραπάνω για μια σημαντική μορφή της Γαλλικής Επανάστασης για την οποία το βιβλίο ιστορίας του σχολείου αφιέρωσε μόνο τρεις σειρές (και πολλές λέω). Ξαναθυμηθήκαμε  πόσο υπέροχος σκηνοθέτις είναι ο Wajda . Επίσης συνειδητοποιήσαμε πως η σκηνή που ο Ροβεσπιέρος λέει στον David (ζωγράφος του “Ο Θάνατος του Μαρά”) να σβήσει κάποια πρόσωπα Επαναστατών από μια μεγάλη ζωγραφιά του, είναι αναφορά στην συνήθεια του Στάλιν να σβήνει κόσμο που εκτελούσε από φωτογραφίες (ακόμα μια φορά ταινία ανατολικοευρωπαίου σκηνοθέτη κάνει αναφορά σε αυτό).

Τι μας χάλασε: Τίποτα απολύτως.

Ατάκα Award: “The Revolution is like Saturn, it devours its own children.”

Περίσταση για να το δεις: Αν θες να ευχαριστηθείς μια πολύ καλή ιστορική ταινία, χωρίς να χρειάζεται να σου αρέσει η ιστορία. Αν θες να έρθεις σε πρώτη επαφή με Wajda.

 

 

 

 

 

 

 

Possession (1981), Andrzej Zulawski

Ως “Μια Γυναίκα Δαιμονισμένη” κυκλοφόρησε στην Ελλάδα αυτή εδώ η ταινία, αν και πιθανότατα ο τίτλος της να έχει διφορούμενη σημασία. Άλλωστε στα Αγγλικά “possession” δεν σημαίνει μονάχα κυρίευση από ένα δαιμονικό ον αλλά και κτήση, περιουσία ή κατοχή. Έτσι δεν μπορώ να γνωρίζω με σιγουριά πιο από όλα εννοούσε ο Zulawski όταν επέλεξε αυτόν τον τίτλο, πάντως βλέποντας την, βγήκα στο συμπέρασμα πως μάλλον έχουμε να κάνουμε με παιχνίδι λέξεων.

Γενικότερα μου είναι δύσκολο να μιλήσω για αυτή την ταινία. Συνειδητοποίησα από νωρίς πως η υπόθεση της δεν ήταν όσο απλή φαινόταν. Ο Μαρκ είναι ένας κατάσκοπος στην Γερμανία (Δυτικό Βερολίνο, φαίνεται από το τοίχος που δεσπόζει στις εξωτερικού χώρου σκηνές) που έρχεται από μια αποστολή πίσω στην γυναίκα του Άννα και τον μικρό γιο τους. Η Άννα όμως του ζητά διαζύγιο. Ενώ αρχικά αρνείται την ύπαρξη τρίτου προσώπου, τελικά εξομολογείται στον Μαρκ πως έβλεπε κάποιον όσο καιρό εκείνος έλλειπε. Ο Μαρκ που ήδη είναι συντετριμμένος από την κατάσταση, μπερδεύεται ακόμα περισσότερο, όταν ανακαλύπτει πως το πρόσωπο που βλέπει η Άννα δεν είναι ο εραστής της Heinrich αλλά κάποιος άλλος.

Κι όμως γράφοντας για την υπόθεση την κάνω να μοιάζει πολύ πιο απλή από ότι είναι, ενώ στην πραγματικότητα μιλάω για μια από τις πιο απρόβλεπτες και πιο “ιδιαίτερες” ταινίες που έχω δει. Το περίεργο είναι πως ήμουν προετοιμασμένη, γνώριζα αρκετά για τον Zulawski (χωρίς να είχα δει άλλη ταινία του πριν απ’ αυτήν), ήξερα πως η ταινία είναι cult και είχα δει την περίφημη τρίλεπτη σκηνή με την Isabelle Adjani να χτυπιέται στο μετρό και πάλι δεν περίμενα μια τέτοια εμπειρία. Σκηνές σαν να βγήκαν από το υποσυνείδητο, συμβολισμοί, σωσίες, τέρατα, ένα άκρως παρακμιακό τοπίο, ένας σαλεμένος Sam Neill και μια ακόμα περισσότερο Isabelle Adjani να παίζουν εσκεμμένα υπερβολικά. Nομίζω πως είδα τα πάντα σε αυτήν την ταινία και η αλήθεια είναι πως δεν παραπονιέμαι. Ομολογουμένως ήταν πολύ “κουλή”, το είδος ταινίας που απευθύνεται σε κοινό με γερά νεύρα, στομάχι και ότι άλλο θέλετε, που είτε την αγαπάς όπως ένα ταξίδι σε ψηλό “roller coaster” είτε την μισείς. Ευτυχώς ανήκω στην πρώτη κατηγορία (όσο κι αν μισώ τα “roller coasters”), και κατάφερα να διασκεδάσω και να “εγκλωβιστώ” στο κλίμα της εύκολα από τις πρώτες σκηνές.

Μετά από όλα αυτά που είπα, βέβαια, κανείς μπορεί να νομίζει πως θεωρώ την ταινία απλώς μια πανδαισία ασυναρτησιών. Όχι, η ταινία έχει ένα βαθύτερο νόημα και λανθασμένα κατά την γνώμη μου έχει κερδίσει ένα status ως ταινία τρόμου, όταν ξεκάθαρα δεν είναι απλώς αυτό. Μοιάζει πιο πολύ με ένα νοσηρό κοινωνικό δράμα σχέσεων και ο τρόμος που προσφέρει είναι ψυχολογικός και “έμμεσος”, πολύ πιο διαφορετικός από αυτόν που θα βλέπαμε σε μια κοινή ταινία τρόμου. Ο Zulawski έγραψε εξάλλου το σενάριο την περίοδο που έπαιρνε ένα ζόρικο διαζύγιο από την ηθοποιό Malgorzata Braunek. Η ταινία λοιπόν, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί αλληγορία ενός τέτοιου διαζυγίου. Η μάταιη προσπάθεια του Μαρκ να κρατήσει την Άννα κοντά του (εξού και ο τίτλος, που εδώ σημαίνει “κτήση”), που τελικά ως μόνη διέξοδο από αυτό το διαζύγιο βρίσκει να πλάσει μια χυδαία και αποκρουστική απεικόνισή της με το μυαλό του, να την φανταστεί σαν “δαιμονισμένη” (εδώ ο τίτλος λειτουργεί ως “δαιμονισμός”), μέχρι να καταφέρει να την αφήσει, έχοντας πλέον γίνει καινούριος άνθρωπος. Δυστυχώς, όμως μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα έχει δημιουργηθεί τόσο χάος που οι ζημιές είναι αναπόφευκτες.

Συνοψίζοντας λοιπόν, μπορεί το “Possession” (χρησιμοποιώ τον Αγγλικό τίτλο, αφού ξεκαθάρισα την διπλή σημασία του κι έτσι συμπεραίνουμε πως ο Ελληνικός τίτλος είναι μάλλον ατυχής), να μην είναι για όλους, όμως δεν απογοητεύει όσους το αντέξουν.

Fun Fact: Η Adjani που κέρδισε το βραβείο στις Κάνες και το Cesar για την ερμηνεία της στην ταινία, δήλωσε πως χρειάστηκε πολλά χρόνια για να ξεπεράσει τον ρόλο της ως Άννα και πως δεν θα ξανάπαιρνε ποτέ παρόμοιο ρόλο στην καριέρα της.

Καλύτερη Σκηνή: Το εκρηκτικό και αινιγματικό τέλος.

Τι μας έμεινε: Μια περίεργη έκφραση στο πρόσωπο και ένα γενικότερο mindfuck. (Και οι ήχοι του εξίσου νοσηρού με την ταινία, soudtrack.)

Τι μας χάλασε: Ίσως μερικοί να μπερδευτούν ή να βρουν την ταινία υπερβολικά νοσηρή.

Ατάκα Award: “You look ugly. You ‘ve hardened. For the first time, you look vulgar to me.”

Περίσταση για να το δεις: Διότι είσαι πρόθυμος να δοκιμάσεις το εαυτό σου. Διότι είναι ένα νοσηρό “roller coaster”. Διότι η Isabelle Adjani καταφέρνει να μεταμορφωθεί σε “δαίμονα”, παρά το αγγελικό πρόσωπο της.

Interrogation (1982), Ryszard Bugajski

Η “Ανάκριση” είναι από εκείνες τις ταινίες που δεν γνωρίζει κανένας και την βρίσκεις απλά κατά τύχη όταν κοιτάς καταλόγους εταιριών DVD και ανακαλύπτεις τι αριστουργήματα έχουν γίνει στον κόσμο που δεν τα ξέρουμε. Η second run (Αγγλική εταιρία DVD) έχει μία από τις πιο περίεργες λίστες ταινιών (και αγαπημένες μου), όλο ταινίες από την ανατολική Ευρώπη που δεν θα γνωρίζαμε καν αν δεν υπήρχε. Μέσω αυτής έμαθα και την “Ανάκριση”. Για την ακρίβεια την είδα σε φωτογραφία στο amazon και μου έκανε εντύπωση πως έγραφε πάνω της πως ήταν ακατάλληλη κάτω τον δεκαοκτώ, πράγμα που είναι ασυνήθιστο για μια ταινία της συγκεκριμένης λίστας. Έτσι την έψαξα, είδα θριαμβευτικές κριτικές και την αγόρασα.

Βασικά ήταν δύσκολο να μην μου εξάψει το ενδιαφέρον, μιας και έχει στοιχεία που μου αρέσουν πολύ σε ταινίες. Μιλάει για ένα ολοκληρωτικό καθεστώς, διαδραματίζεται σε μια φυλακή και έχει, φυσικά, πολλές σκηνές ανάκρισης (ακούγεται πολύ περίεργο αλλά, έχω ένα ευαίσθητο σημείο για τέτοιου είδους ταινίες). Συγκεκριμένα η ταινία τοποθετείται χρονικά στην Σταλινιστική Πολωνία στις αρχές του ’50. Η Τόνια, μια ηθοποιός καμπαρέ, βγαίνει έξω με δυο θαυμαστές της και μεθάει. Την επόμενη ημέρα, θα βρεθεί στην φυλακή, πιστεύοντας πως έχει γίνει κάποιο λάθος και την πήραν στην θέση κάποιου άλλου ατόμου. Όμως κανένα λάθος δεν έγινε, το καθεστώς απλώς φυλακίζει κόσμο για γελοίους λόγους όπως και την Τόνια, η οποία δεν δέχεται να συμβιβαστεί και να υπογράψει το χαρτί της ομολογία της. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα αλλά γίνονται και πολλά άλλα στην ταινία που δεν θα ήθελα να αποκαλύψω, διότι έχουν περισσότερη σημασία σε ένα κοινό που βρίσκεται σε άγνοια για την ακολουθία τους.

Δυστυχώς, η ταινία γυρίζεται το ’83 (τυχαίο; Δεν νομίζω.) και έτσι λόγω των απόψεων της για το κομουνιστικό καθεστώς απαγορεύεται η προβολή της για 7 χρόνια μέχρι την διάλυση του Ανατολικό Μπλοκ, το ’89. Ωστόσο ο σκηνοθέτις φροντίζει μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα την μυστική διανομή παράνομων VHS της ταινίας και έτσι κερδίζει κάποιο κοινό ριψοκίνδυνων σινεφίλ.

Η απαγόρευσή της θα πρέπει να ήταν αναμενόμενη από την αρχή, αφού ο Bugajski δεν φοβήθηκε να δείξει τίποτα στην οθόνη. Η ταινία διαπραγματεύεται επικίνδυνα θέματα για την εποχή και προβάλλει με “ωμότητα”  τον εξευτελισμό της Τονιας μέσω των απάνθρωπων ανακριτικών μεθόδων που χρησιμοποιούν τα όργανα του Κόμματος, που ίσως καθιστούν την προβολή της ταινίας δύσκολη. Δεν είναι ακριβώς η ταινία που βλέπει κανείς για να ευχαριστηθεί, όσο αριστουργηματική κι αν είναι. Το πιο αξιοπερίεργο είναι πως όταν συζητήθηκε σε μια επιτροπή λογοκρισίας που την απέρριψε υπήρχαν ποικίλες αντιδράσεις. Μια από αυτές, ίσως η πιο περίεργη, ήταν του Bohdan Paremba, ο οποίος την αποκάλεσε ένα “προσχεδιασμένο ψέμα” και έδειξε απογοήτευση που στην ταινία παρουσιάστηκαν μόνο μερικοί από τους “27 γνωστούς τρόπους ανάκρισης”.

Παρά τον σκληρό ρεαλισμό της, η ταινία αποτελεί μια ξεχωριστή εμπειρία. Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές (κυρίως της Krystyna Janda που βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Κανών, όπου ήταν και η ίδια η ταινία υποψήφια για Palm d’Or), η φωτογραφία κινείται στις αποχρώσεις των άκρως ψυχρών και μελαγχολικών μπλε και γκρι και οι χαρακτήρες έχουν ενδιαφέρον, γιατί οι συμπεριφορές τους είναι δικαιολογημένες. Δύσκολη η θέαση αυτής της σημαντικής, ξεχασμένης ταινίας, καθώς μιλάμε για ένα “βαρύ” έργο που όμως δεν απογοητεύει με τον ρυθμό του τους θεατές πρόθυμους να δουν ένα αποπνικτικό αριστούργημα.

Fun Fact: Η σκηνοθέτις Agnieszka Holland (“The Secret Garden”, “Copying Beethoven”, “Europa, Europa”, “In Darkness”), παίζει στην ταινία μια από της γυναίκες που μοιράζονται το κελί μαζί με την Τόνια.

Καλύτερη Σκηνή: Δύσκολο. Γενικότερα ήταν πολύ ενδιαφέρουσες οι σκηνές που είχε η Τόνια με τον ανακριτή που έπαιζε ο Adam Ferency.

Τι μας έμεινε: Θυμός κι άλλα έντονα συναισθήματα.

Τι μας χάλασε: Κινηματογραφικά αψεγάδιαστη. Μερικούς μπορεί να απογοητεύσει το τέλος (δεν είμαι μέσα σε αυτούς).

Ατάκα Award: “You want to convince me that they ‘re all pigs… that if they ‘ve betrayed me I should also betray them?”

Περίσταση για να το δεις: Αν έχεις γερό στομάχι και μεγάλη περιέργεια για αυτό το ξεχασμένο αριστούργημα.

 

Witchhammer (1970), Otakar Vavra

Φαίνεται πως μου είναι αδύνατο να κρατήσω τα χέρια μου μακριά από τσέχικη ταινία. Η αλήθεια είναι βέβαια πως το “Witchhammer” κατά τύχη το γνώριζα και ποτέ δεν είχα διαβάσει για αυτό, μόνη μου το είχα ψάξει όταν σκάλιζα μια λίστα του imdb. Βλέπεται δεν συγκαταλέγεται ο δημιουργός του στο μεγάλο κίνημα του τσέχικου κινηματογράφου, “Τσέχικο Νέο Κύμα”, παρότι υπήρξε δάσκαλος μεγάλων σκηνοθετών-πρωταγωνιστών του και δεν τον γνώριζα. Ευτυχώς βέβαια τον έμαθα.

Το “Witchhammer” διαδραματίζεται σε μία εποχή που πάντα μου προκαλούσε ενδιαφέρον, 17ο αιώνα. Συγκεκριμένα παίρνει ως θέμα τις δίκες που πήραν μέρος στην Βόρεια Μοραβία του 1670 με υποκίνηση της εκκλησία που προσέλαβε έναν αιμοδιψή ιεροεξεταστή με κίνητρο το κυνήγι μαγισσών. Οι μέθοδοι ανάκρισης είναι φρικτοί, οι “κατηγορούμενοι” αναγκάζονται να αποστηθίσουν τις ψευδείς ομολογίες τους για ανάμειξη σε τελετές μαγισσών που υπαγορεύονται από τον εξεταστή και να “δώσουν” ψυχρά φίλους και συγγενείς για να έχουν έναν λιγότερο επώδυνο θάνατο. Υποθετικά υπάρχει μία ιδεολογία από πίσω από τις διώξεις ως στήριγμα, η προστασία της κοινωνίας και της θρησκείας, όμως ο σκοπός είναι άλλος. Ο εξεταστής Edelstadt θέλει να κατασχέσει τις περιουσίες των “κατηγορούμενων” και να ξαποστείλει τους εχθρούς του (όπως τον ήρωα μας Lautner, έναν διανοούμενο ιερέα, αντίθετο με την κατάσταση τρόμου και καχυποψίας που επικρατεί).

Η ταινία διαλέγει να δείξει ένα κομμάτι ιστορίας που είναι γνωστό, μία εποχή μακρινή της, όμως γίνεται εύκολα αντιληπτό πως χρησιμοποιεί αυτό το υλικό για να κάνει μια έμμεση κριτική στην κοινωνία της εποχής της. Ας μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μια ταινία που δημιουργήθηκε στην Τσεχοσλοβακία του ’70 υπό την ηγεσία του Κουμουνιστικού καθεστώτος που εδραιώθηκε ακολουθώντας τα γεγονότα της άνοιξης του ’68. Δεν είναι δύσκολο να φανεί ο παραλληλισμός που γίνεται ανάμεσα στον Μεσαίωνα και το Σήμερα. Καχυποψία, αντιδημοκρατικοί μέθοδοι ανάκρισης, ένα καθεστώς που προβάλει μια ιδεολογία ως πρόφαση για να ελέγχει μέσω του τρόμου τους πολίτες του, λογοκρισία, τίποτα από τα προαναφερόμενα δεν ήταν ξένα στην Τσεχοσλοβακία της εποχής. Συγκεκριμένα μάλιστα στην αρχή της ταινίας υπάρχουν σκηνές που ο εξεταστής δειπνίζει με τον κλήρο και τους ευγενείς της εποχής σε ένα τεράστιο τραπέζι, στο τέλος όμως το τραπέζι είναι σχεδόν άδειο, διότι έχει ρίξει στην πυρά όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες του. Είναι αδύνατο να μην πάει το μυαλό μου στον Στάλιν, ο οποίος έσβηνε συντρόφους που σκότωνε από τις φωτογραφίες, ώσπου στο τέλος έμενε μόνος του σε αυτές. Δεν είναι καθόλου περίεργο λοιπόν που αυτό το σκληρό αριστούργημα απαγορεύτηκε στην Τσεχοσλοβακία. Δεν έχει να χάσει τίποτα από άλλα τσέχικα έργα της εποχής του κι ας ο Vavra να μην έχει την φήμη άλλων συμπατριωτών συναδέλφων του. Είναι ένα υπέροχο κινηματογραφικό “διαμαντάκι” που αξίζει να γίνει ευρέως γνωστό.

Fun Fact: Ο Milos Forman, καταξιωμένος σκηνοθέτης του “Στην Φωλιά του Κούκου” και “Amadeus”, ήταν μαθητής του Otakar Vavra.

Καλύτερη Σκηνή: Η ανάκριση του Lautner, διότι είναι η στιγμή που η ταινία έχει φτάσει στην κλιμάκωσή της και μας έχει πλέον κερδίσει ολοκληρωτικά.

Τι μας έμεινε: Θυμός και θλίψη για την μεγαλομανία του ανθρώπου που αρέσκεται να κρύβει πίσω από ιδέες τα τερατουργήματα που έχουν γίνει στο όνομά της.

Τι μας χάλασε: Η γνώση πως η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα.

Ατάκα Award: (ο Lautner μιλά για τον Edelstadt) “How can a man like that hold human fates in his hand?”

Περίσταση για να το δεις: Aν αγαπάς τον τσέχικο κινηματογράφο ή τον κινηματογράφο γενικότερα.

Blood and Black Lace (1964), Mario Bava

” The Christian Haute Couture fashion house is home to models…and backstabbing…and blackmail…and drug deals…and MURDER”, μας λέει το tagline του “Blood and Black Lace” και μας προϊδεάζει πλήρως θα ‘λεγε κανείς για το είδος της ταινίας που έπεται να δούμε, giallo. Για τα giallo τώρα, είχα πρωτοδιαβάσει στο περιοδικό “Σινεμά”, όταν είχε αφιέρωμα στο σινεμά του τρόμου (τεύχος 236 αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς) και μου είχαν κινήσει έντονα το ενδιαφέρον κι έτσι άρχισα να ψάχνω τους σκηνοθέτες τους και το έργο τους. Όμως ας μην προτρέχω κι ας εξηγήσω τι είναι αυτό το είδος, που για την ακρίβεια η ονομασία του σημαίνει “κίτρινο” στα Ιταλικά. Τα giallos είναι μια υποκατηγορία ταινιών τρόμου, Ιταλικής παραγωγής που πήραν το όνομα τους από ένα περιοδικό κίτρινου χρώματος που εκδιδόταν την δεκαετία του ’50 και περιείχε ιστορίες βίας και σεξ. Αυτή την θεματολογία έχουν και τα giallos, μακάβριες ιστορίες (όχι τόσο για τα σημερινά δεδομένα), πολύ αίμα (κατά κανόνα- όχι πάντα), ωραίες γυναίκες, άλλοτε ερωτικές σκηνές, υπέροχα χρώματα και υποτυπώδη σενάρια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά τους. Το “Blood and Black Lace” είναι το πρώτο που βλέπω και έχει όλα τα παραπάνω, άλλωστε ο Bava είναι ο “πατέρας” του giallo, από αυτόν άρχισαν όλα.

Η υπόθεση συμπεριλαμβάνεται στο tagline οπότε δεν θα κάτσω να την αναλύσω, αφού δεν είναι και σημαντική άλλωστε. ‘Ενας μασκοφόρος σπέρνει τον τρόμο σε έναν οίκο μόδας, όταν αρχίζει να σκοτώνει κοπέλες που δουλεύουν εκεί. Το σενάριο όπως είπαμε και πριν είναι υποτυπώδες. Υπάρχει ένα σχετικό suspence στην αρχή όσον αφορά το πρόσωπο του δολοφόνου αλλά δεν είναι πραγματικά εκείνο που σου κρατά το ενδιαφέρον. Νιώθει κανείς πως η υπόθεση και οι φόνοι λειτουργούν, ώστε να “φανεί” το “ωραίο” στην ταινία. Είτε αυτό είναι η ομορφιά των κοριτσιών που δολοφονούνται με διαφορετικούς τρόπους η κάθε μια, είτε η ικανότητα του Bava να χειρίζεται τα χρώματα, όπως η επιλογή του να υπάρχουν πολύχρωμοι φωτισμοί αντί για ένα απλό λευκό φως. Η πλοκή σε σημεία είναι βεβιασμένη και οι διάλογοι λειτουργούν για την συμπλήρωσή της. Δεν μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα ποιος έκανε τον φόνο, ποιόν δολοφόνησε ή γιατί το έκανε αυτό αλλά επικεντρωνόμαστε στο πώς. Τον τρόπο με τον οποίο γίνεται κάθε φόνος και την δεξιοτεχνία του Bava να τον δείχνει καλαίσθητα στην κάμερα. Η αλήθεια είναι πως το περίμενα πιο αιματηρό (δεν ήταν σχεδόν καθόλου) και λιγότερο στιλιζαρισμένο. Έκανα λάθος, το στιλ που υπάρχει στην ταινία, μέχρι και στα φορέματα του οίκου μόδας και στους τίτλους αρχής, είναι A level και οπτικά δείχνει την ταινία πολύ μικρότερη από τα χρόνια της. Ένα κλασσικό giallo που αξίζει να ανακαλυφθεί παρά τις ατέλειές του, ακόμα και από αυτούς που δεν είναι λάτρεις του είδους, μόνο και μόνο για την “εικόνα” του.

Fun Fact: Αυτή είναι η ταινία που άρχισε το είδος giallo.

Καλύτερη σκηνή:  Οι τίτλοι αρχής σε συνδυασμό με την μουσική και ο πέμπτος φόνος στην μπανιέρα (πάντα το αίμα δείχνει υπέροχα σε ένα πεντακάθαρο, λευκό μπάνιο).

Τι μας έμεινε: Καταλάβαμε πως ο χώρος της μόδας είναι επικίνδυνος. Αν δεν πας από ανορεξία, πιθανότατα να σε σφάξει κάποιος σεξουαλικά διεστραμμένος δολοφόνος με μάσκα.

Τι μας χάλασε: Οι διάλογοι που πολλές φορές απλά υπάρχουν ώστε να βοηθήσουν την βεβιασμένη πλοκή και το “ξύλινο παίξιμο” (που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσαμε να αποφύγουμε).

Ατάκα Award: “Perhaps the sight of beauty makes him lose control of himself, so he kills.”

Περίσταση για να το δεις: Αν είσαι σε mood για κάτι πολύχρωμο.

Phantom Of The Paradise (1974), Brian De Palma

Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο δεν ήμουν πολύ καλά και κατάλαβα πως χρειαζόμουν να δω κάποια ταινία για να μου αλλάξει τη διάθεση. Έτσι έπεσα πάνω στο “Phantom of the Paradise”. Δεν ξέρω γιατί αλλά συνήθως όταν δω κάτι που μου άρεσε πάρα πολύ, αργώ να γράψω για αυτό. Όπως καταλαβαίνετε, το “Phantom” είναι μια από αυτές τις ταινίες. Γενικότερα έχω μια πολύ καλή σχέση με τον De Palma, γιατί δεν έχω δει τις κακές του ταινίες (π.χ. “Black Dahlia”, όπως έχω ακούσει), αντιθέτως οι ταινίες του που έχω δει είναι πολύ αγαπημένες μου (“Carlito’s Way”, “Blow Out”, “Scarface”,”Carrie”). Για αυτόν τον λόγο, παρότι είχα ακούσει πολύ καλά λόγια για την ταινία από το “Σινεμά” και ήξερα πως θεωρείται υποτιμημένη, δεν περίμενα να μου αρέσει καλύτερα από το “Blow Out” και το “Carlito’s Way”, που είναι κατά την γνώμη μου και οι δυο τους από τις καλύτερες ταινίες των δεκαετιών στις οποίες γυρίστηκαν. Βέβαια καταλαβαίνω πως μπορεί να μην είναι η καλύτερη του De Palma, όμως εγώ την αγαπώ ένα τσακ περισσότερο από τις άλλες του που έχω δει.

Μιλάμε για μια rock-opera εκδίκησης ή ίσως μια πολύ “χαλαρή” και πειραγμένη εκδοχή του “Faust” σε συνδυασμό με το “Φάντασμα της Όπερας”. Ένας μουσικός, o Winslow Leach γράφει  μια rock-opera του “Faust”, την οποία κλέβει ο μεγαλύτερος παραγωγός μουσικής της εποχής του, Swan, για να την παίξει στο καινούριο μουσικό θέατρο που ανοίγει το “Paradise”. O Swan δίνει την μουσική σε δικές του “ανακαλύψεις” (οι οποίες είναι nostalgia bands όπως οι “Juicy Fruits” και ο glam rock τραγουδιστής Beef) που πουλάνε λόγω image και όχι στην τραγουδίστρια που θέλει ο Leach, ο οποίος εξοργισμένος για όσα του έχει κάνει ο Swan ετοιμάζεται να πάρει εκδίκηση. Η ταινία είναι πολύ 70s. Νιώθω βασικά πως ο De Palma σατιρίζει την μουσική βιομηχανία της εποχής, που είναι όλο “μόστρα” για το τίποτα. Όπως λέει και η Jessica Harper η οποία παίζει την τραγουδίστρια που ο Leach έχει διαλέξει να ερμηνεύσει το έργο του, “I’ m not a screamer. I am a singer” και αυτό δυστυχώς δεν προωθείται. Η μουσική είναι κι αυτή πολλές φορές σατιρική, γραμμένη από τον συνθέτη Paul Williams που εδώ εμφανίζεται και στον ρόλο του Swan. Εκρηκτικοί ρυθμοί, χρώματα και πλάνα. Ένα όργιο μουσικής που αδυνατώ να καταλάβω γιατί άργησε να αναγνωριστεί. Εύγε De Palma. Από τις αγαπημένες μου ταινίες της δεκαετίας του ’70 που περιέχει ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια αγάπης που ακούσαμε ποτέ στο σινεμά (“Old Souls” που ερμηνεύεται από την Jessica Harper στην ταινία).

Fun Fact: Η Sissy Spacek (που έμελλε να παίξει τον ομώνυμο ρόλο στην “Carrie”), όταν δεν πήρε τον ρόλο στην ταινία που πήγε έπειτα στην Jessica Harper, δούλεψε ως αμπιγιέζ  μιας και ο φίλος της, Jack Fish, ήταν ο σχεδιαστής παραγωγής.

Καλύτερη σκηνή: Όλη η ταινία είναι ισάξια αλλά ξεχωρίζει η σκηνή αναφορά σε αυτήν του μπάνιου στο “Ψυχώ” (ο De Palma είναι έντονα επηρεασμένος από τον Hitchcock) και η ερμηνεία του “Old Souls” απ’ την Harper.

Τι μας έμεινε: Η “χαίτη” του Swan και κάτι πληγές στα τύμπανα απ’ όταν πρωτακούσαμε τον Beef να “τραγουδά”.

Τι μας χάλασε: Η διαπίστωση πως ακόμα και σήμερα η μουσική βιομηχανία δεν έχει αλλάξει πολύ. Ακόμα προσπαθεί να προωθήσει άτομα απλά για την persona τους και όχι για την μουσική και το ταλέντο τους.

Ατάκα Award: “Never sing my music again. Not here, not anywhere. Do you understand? Never again. My music is for Phoenix. Only she can sing it. Anyone else who tries, dies!

Περίσταση για να το δεις: Αν μισείς τα nostalgia bands που παίζουν μουσική ανάξια να νοσταλγηθεί. Αν βαρέθηκες η μουσική βιομηχανία να σου πλασάρει φρικιά για καλλιτέχνες. Αν θες να δεις μια rock-opera δια χειρός De Palma.

The Adventures of Baron Munchausen (1988), Terry Gilliam

Ο Βαρώνος αποτελεί παλιό γνώριμο. Θυμάμαι ένα μεταγλωτισμένο γαλλικό παιδικό με τις ψεύτικες περιπέτειες του που είχα λιώσει στο DVD-Player. Όταν άρχισα να ασχολούμαι, λοιπόν, με το σινεμά αγάπησα και τους Monty Python και έμαθα πως ο Terry Gilliam, σκηνοθέτις και animator της ομάδας, μετά την διάλυσή τους είχε βρεθεί πίσω από την κάμερα άλλων γνωστών ταινιών. Μία από αυτές ήταν και μια εκδοχή των παραμυθιών του Μυνχάουζεν, “Οι Περιπέτειες του Βαρώνου Μυνχάουζεν”. Ο Gilliam από τον καιρό του στους Python καταλάβαινε κανείς από τα animation του (το πιο γνωστό το τεράστιο γυμνό πόδι των Python), πως είχε ταλέντο να συνθέτει όμορφες εικόνες και φαντασία. Σε αυτήν την ταινία είναι εμφανή τα παραπάνω (δυστυχώς όμως δεν έχω δει άλλη “ανεξάρτητη” δουλειά του Gilliam όσο κι αν πεθαίνω εδώ και καιρό να δω το Brazil).

Οι περιπέτειες του Μυνχάουζεν ξετυλίγονται όταν ο ίδιος φτάνει στην παράσταση ενός θιάσου που ερμηνεύει τα ψεύτικα κατορθώματά του, για να τους αποδείξει πως όσα έχει πει είναι αληθινά. Εκείνη όμως την στιγμή η πόλη δέχεται επίθεση από τους Οθωμανούς και έτσι ο Βαρώνος για να αποδείξει την ειλικρίνειά του και καθώς θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για την κατάσταση (λόγω προηγουμένων με τον Σουλτάνο), αναγκάζεται να ταξιδέψει μαζί με την κόρη του διευθυντή του θιάσου, και να μαζέψει τους υπερδύναμους φίλους του να σώσουν την πόλη. Η ταινία ουσιαστικά θα μπορούσε να θεωρηθεί χωρισμένη σε επεισόδια, το κάθε ένα κι ένας φανταστικός τόπος που επισκέπτεται ο Μυνχάουζεν. Κάθε επεισόδιο έχει τα δικά του εκπληκτικά σκηνικά και ηθοποιούς. Αυτά ίσως είναι και τα βασικά σημεία που κάνουν την ταινία να αξίζει. Παρότι δεν είναι αριστούργημα, είναι διασκεδαστική λόγω των υπέροχων μύθων του Μυνχάουζεν αλλά και για εμένα προσωπικά, λόγω της φαντασίας και καλαισθησίας του Gilliam και της φωτεινής ομάδας διάσημων ηθοποιών που εδώ φοράνε “χαζά” (με την καλή έννοια) κουστούμια και κάνουν περίεργες προφορές. John Neville, Eric Idle (κι άλλο παιδί των Python), Oliver Reed, Uma Thurman, Robin Williams, Jonathan Pryce, Sarah Polley (στα πρώτα της “βήματα” υποψιάζομαι), μέχρι και Sting σε cameo έχει αυτή η ταινία. Πώς να μην το ευχαριστηθείς;

Fun Fact: Ο Robin Williams πήρε τον ρόλο του αφού τον απέρριψε ο Sean Connery, επειδή δεν ήταν αρκετά μεγάλος. Ο Williams τον έπαιξε τελευταία στιγμή, όταν το budget της ταινίας είχε ήδη ξεπεραστεί κι έτσι δεν πληρώθηκε.

Καλύτερη Σκηνή: Το “επεισόδιο” στο φεγγάρι με τον Williams να κάνει τον βασιλιά του σύμπαντος. Επίσης κάτι Python-ικά στοιχεία χιούμορ (π.χ. στην αρχή της ταινίας δεν μας δίνεται σε τίτλο απλά η χρονολογία αλλά και η μέρα στην οποία βρισκόμαστε).

Τι μας έμεινε: Ότι δεν πρέπει να αμφισβητούμε ποτέ τις ιστορίες ενός παππού που κατάφερε να “ρίξει” την Uma Thurman. Και πως το να μένεις παιδί είναι πάντα καλύτερη επιλογή από το να μεγαλώσεις.

Τι μας χάλασε: Τίποτα συγκεκριμένο. Την ταινία δεν την ενδιαφέρει να αλλάξει τον κόσμο και το ξέρει.

Ατάκα Award: Sultan: “Have you any famous last words?” Baron Munchausen: “Not yet.” Sultan: “Not yet? Is that famous?”

Περίσταση για να το δεις: Αν θες για ένα δίωρο να ξαναγίνεις παιδί.

Three Wishes for Cinderella (1973), Vaclav Vorlicek

Ακόμα μια τσέχικη ταινία. Ακόμα ένα παραμύθι. Αυτή την φορά όμως δεν γράφω για μια σκοτεινή ιστορία αλλά για ένα καθαρόαιμο παραμύθι σαν εκείνα που διαβάζουν οι μαμάδες στα παιδιά πριν κοιμηθούν, μια συμβατική εκδοχή της Σταχτοπούτας που όλοι ξέρουμε (στα τσέχικα την λένε Popelku παρεμπιπτόντως), τις “Τρεις Ευχές για την Σταχτοπούτα”. Η ταινία είναι πανέμορφη οπτικά (όπως είναι γενικότερα οι τσέχικες ταινίες). Τα κουστούμια είναι πολύχρωμα, η μουσικά χαρακτηριστική και το τοπίο του χιονισμένου χειμώνα γοητευτικό, όμως ο μύθος της Σταχτοπούτας δεν αλλάζει ιδιαίτερα από τις άλλες εκδοχές που έχουμε δει. Για την ακρίβεια, η ταινία είναι μεταφορά μιας παραλλαγής από την Bozena Nemcova. Σε αυτήν την παραλλαγή (ή πιο σωστά μεταφορά της παραλλαγής, καθώς δεν μπορώ να γνωρίζω πόσο πιστή στην εκδοχή της Nemcova είναι), η νεραϊδονονά της Σταχτοπούτας αντικαθίσταται από μια κουκουβάγια με το όνομα Rosalie, η οποία πραγματοποιέι μια ευχή της Σταχτοπούτας κάθε φορά που ρίχνει κάτω ένα φουντούκι. Επιπλέον η Σταχτοπούτα είναι πιο δυναμική από ότι συνήθως (πηγαίνει μόνη της στον χορό, ιππεύει άλογα, κοροϊδεύει τον πρίγκιπα, έχει χάρισμα στην τοξοβολία κ.τ.λ.), χωρίς αυτό να την εμποδίζει να ερωτευτεί έναν βλαμμένο πρίγκιπα. Και εκεί είναι που μου τα ψιλοχαλά η ταινία. Έχει τα κλισέ των παραμυθιών παρά τις διαφοροποιήσεις της που είναι ομολογουμένως γοητευτικές. Για να καταλάβετε τι λέω: ο πρίγκιπας, του οποίου υποτίθεται ότι η Σταχτοπούτα είναι “η αγάπη της ζωής του”, όταν την βλέπει μεταμφιεσμένη (σε μεταμφίεση στιλ Hannah Montana) σε κυνηγό δεν την καταλαβαίνει αλλά ούτε και του κινεί το ενδιαφέρον. Βέβαια ας μην ξεχνάμε πως είναι ένα παραμύθι που προφανώς δεν είναι βγαλμένο απ’ την ζωή.

Εν τέλει, η ταινία είναι όμως ένα όμορφο παραμύθι για όλες τις ηλικίες (ίσως η καλύτερη εκδοχή της Σταχτοπούτας;), αν και προτιμώ τα πιο “πειραγμένα” τσέχικα παραμύθια. Δικαίως, λοιπόν, προβάλλεται κάθε Χριστούγεννα στην τσέχικη τηλεόραση, μιας και είναι “ζεστή” και “χειμωνιάτικη” ταυτόχρονα (όσο κουλό κι αν ακούγεται αυτό).

Fun Fact: Η Σταχτοπούτα, Libuse Safrankova, έχει ξαναπαίξει την πριγκίπισσα, στην “Μικρή Γοργόνα” του 1976.

Καλύτερη Σκηνή: Το πλάνο που η Σταχτοπούτα είναι μπροστά από το παλάτι και ετοιμάζεται να εισέλθει στον χορό. Και ότι περιέχει σκηνή χιόνι.

Τι μας έμεινε: Η επιθυμία να χιονίσει (ακόμα κι αν δεν μας αρέσει το χιόνι). Και πως το “Popelku” ακούγεται πολύ καλύτερα από το “Σταχτοπούτα”.

Τι μας χάλασε: Λίγο τα κλισέ των παραμυθιών και οι Hannah Montana-μεταμφιέσεις της Σταχτοπούτας.

Ατάκα Award: “First: who has cheecks grimy with ash, but is not a chimney sweep? The second: a hat with feathers, a crossbow and jacket, but is not a huntsman? And the third: who wears a dress embroidered with silver, but is not a Princess?”.

Περίσταση για να το δεις: Αν είναι Χριστούγεννα και κάθεσαι με την οικογένειά σου. Αν θες να δεις ένα καλό live-action παραμύθι, που δεν είναι της Disney.

 

 

 

A Bittersweet Life (2005), Kim Jee-woon

Βία, λυρισμός, εκδίκηση και αξιομνημόνευτη μουσική. Η συνταγή μια καλής Νοτιοκορεάτικης ταινίας. Αυτόν τον τελευταίο καιρό που ακούγαμε συνέχεια για την Β. Κορέα στις ειδήσεις (ο κινηματογράφος βρίσκεται στην Ν.Κορέα- ας μην μπερδευόμαστε), συνειδητοποίησα πως μου είχε λείψει μια καλή Κορεάτικη ταινία και έτσι έπιασα μία από τις λίγες που δεν έχω δει από το ράφι μου και την είδα. Δεν ήταν τυχαία η ταινία βέβαια, ήταν η “Γλυκόπικρη Ζωή”, ταινία του Kim Jee-woon που εκτιμώ πολύ (σκηνοθέτης του αριστουργηματικού “A Tale of Two Sisters” και του “I Saw the Devil” μεταξύ άλλων). Για την ταινία αυτή είχα φυσικά κάποια εικόνα λοιπόν, λόγω του σκηνοθέτη αλλά και του ηθοποιού Byung-hun Lee, πρωταγωνιστή του Jee-woon και στο “I Saw the Devil”.

Η “Γλυκόπικρη Ζωή” είναι μια δεξιοτεχνικά στιλιζαρισμένη, γκανγκστερική ταινία με ωστόσο, απλή υπόθεση. Ο Sun-woo δουλεύει σε ένα ξενοδοχείο μαφιόζου ως το δεξί του χέρι. Παρά το σκληρό προφίλ του θα λυγίσει όταν του ανατεθεί να σκοτώσει την άπιστη νεαρή κοπέλα του αφεντικού του και θα την αφήσει να ζήσει, καθώς αρχίζει να τρέφει αισθήματα για αυτήν. Οι συνέπειες για αυτή του την ανυπακοή  θα είναι αφάνταστες. Παρόλο που η υπόθεση αυτή δεν αποτελεί κάτι καινοτόμο, η “Γλυκόπικρη Ζωή” δεν γίνεται βαρετή και κρατά μια κινηματογραφική γοητεία καθ’ όλη της την διάρκεια, ακόμα και στις υπερβολικές στιγμές της (οι οποίες φυσικά και υπάρχουν, αφού είναι Κορεάτικη). Η βία φυσικά και θα φανεί over-the-top σε κάποιους (γιατί είναι βασικά), όμως η ταινία παραμένει “ποιητική” με τις “σάλτσες” της. Εκεί ακριβώς είναι που κεντάνε, αν θέλετε, οι Ασιάτες ( Κορεάτες κατά βάση, μιας και για το σινεμά τους μιλάμε). Κι όμως βία και υπερβολή (στο σενάριο) μπορούν να λειτουργήσουν λυρικά κινηματογραφικά, όσο και αν δεν αρέσει σε πολλούς αυτή η ιδέα, και αυτό αποδεικνύεται καλύτερα μέσα από την κάμερα Ασιατών συνήθως (καλύτερο παράδειγμα αυτής της λειτουργίας είναι μάλλον το Oldboy που έχει με τα χρόνια καταφέρει να κερδίσει περισσότερο κοινό). Από την αρχή της ταινίας είναι εμφανής ο λυρισμός, ξεκινώντας με μια Βουδιστική παραβολή, στοιχείο που με έκανε να θυμηθώ το Le Samourai (κι αυτό ταινία για έναν δυστυχισμένο, ψυχρό γκάνγκστερ) του Melville με τον Delon, που αρχίζει με ένα υποτιθέμενο γνωμικό από το Bushido . Για εμένα η “Γλυκόπικρη Ζωή” είναι καλύτερη από το Le Samourai (πιθανότατα πολλοί σινεφίλ να θέλουν να με κάψουν στην πυρά μετά από αυτή τη δήλωση), διότι πέρα από το στιλ της καταφέρνει να δώσει έντονα αισθήματα και ρομαντισμό. Αφήνει όντως μια γλυκόπικρη γεύση.

Επιμένω όμως ότι δεν είναι για όλα τα γούστα (είναι λιγότερο βίαιη από άλλες Κορεάτικες όμως παραμένει αρκετά για τα Δυτικά στάνταρντς). Αν αντέχετε Ταραντίνο, μάλλον θα αντέξετε κι αυτή.

Fun Fact: O Κορεάτικος τίτλος δεν ήταν καθόλου πικρός. Μεταφράζεται ως “La Dolce Vita” που σημαίνει “Η Γλυκιά Ζωή”.

Καλύτερη σκηνή: Η σκηνή που ο Sun-woo ακούει την κοπέλα του αφεντικού του να παίζει μουσική, ενώ το πλάνο έχει στραφεί στην πλάτη του.

Τι μας έμεινε: Πως όντως η ζωή είναι γλυκόπικρη (αλλά κυρίως πικρή). Ότι οι Βουδιστές πρέπει να έχουν ωραίες παραβολές. Και πως ένα κινητό μπορεί να σε σώσει, αν ξέρεις να το χειρίζεσαι (και με αυτό δεν εννοώ να ξέρεις να παίρνεις τηλέφωνο).

Τι μας χάλασε: Θα θέλαμε λίγο πιο βάθος στην σχέση του Sun-woo με την κοπελιά (γιατί κατά βάθος όλοι είμαστε ηλίθιοι ρομαντικοί). Και εντάξει…ο Sun-woo ξεπερνάει τον Chuck Norris σε κάτι φάσεις (αλλά για κάποιον λόγο ταιριάζει απόλυτα η υπερβολή στο κορεάτικο σινεμά, οπότε δεν μας νοιάζει).

Ατάκα Award: “One last autumn night the disciple awoke crying. So the master asked the disciple, “Did you have a nightmare?”. “No”. “Did you have a sad dream?”. “No”, said the disciple. “I had a sweet dream”. “Then why are you crying so sadly?”. The disciple wiped his tears away and quietly answered, “Because the dream I had can’t come true.”

Amici Miei (1975), Mario Monicelli

Ίσως να φταίει που “una fazza , una razza” πάντως οι καλές ιταλικές ταινίες και πόσο μάλιστα οι κωμωδίες, καταφέρνουν να μας αγγίζουν βαθιά. Έχουν κάτι γλυκόπικρα οικείο αν θέλετε. Αυτό ακριβώς με έκαναν να νιώσω “Οι Εντιμότατοι Φίλοι μου” (έτσι μεταφράστηκε η ταινία στην Ελλάδα παρότι ο τίτλος της κανονικά σημαίνει απλά “Οι Φίλοι μου”). Η ιστορία είναι απλή και διαχρονική. Μια αντροπαρέα τεσσάρων ξανασυναντιέται. Στο δρόμο για να παραλάβει και τον πέμπτο, βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο τον γνώρισε η υπόλοιπη παρέα, ενώ έπειτα παρακολουθούμε τις φάρσες των φίλων σε ανυποψίαστους ανθρώπους. Μπορεί κι οι πέντε να μην είναι τα καλύτερα παιδιά αλλά μου ήταν (όπως και σε όσους έχουν δει την ταινία πιστεύω) αδύνατο να μην τους συμπαθήσω. Στην τελική θα ήθελες κι εσύ να ζήσεις σαν “τσιγγάνος” (όπως λεν κι οι ίδιοι) μαζί με τους φίλους σου, έστω για μια μόνο μέρα, και να κοροϊδεύσεις τους περαστικούς με ιστορίες και αστεία που σκαρφιστήκατε μαζί. Όσοι το αρνηθούν μάλλον δεν έχουν βρει τους κατάλληλους φίλους. Οι πρωταγωνιστές μας είναι άνδρες με διαφορετικές ζωές, ο ένας πρώην αριστοκράτης που έφαγε την περιουσία του, ο άλλος δημοσιογράφος διαζευγμένος με κακές σχέσεις με τον γιο του, ο άλλος παντρεμένος με παιδιά κτλ… Ωστόσο και οι πέντε τους αρνούνται να μεγαλώσουν στην προσπάθειά τους να νικήσουν τα προβλήματα της καθημερινότητας και τον θάνατο, παραμένοντας παιδιά. Είναι χαρούμενοι όταν είναι μαζί και κάνουν τρέλες σε τέτοιο βαθμό που ο ένας της παρέας θα ξεφωνίσει την φράση που συνοψίζει μάλλον τέλεια την σχέση τους, “Τι ωραία που περνάμε εμείς οι άνδρες! Γιατί να μην είμαστε πούστηδες;”. Οι περισσότεροι θα θέλαμε να ξεφύγουμε απ΄αυτή την ρουτίνα όπως κι εκείνοι. Αυτό λοιπόν είναι που μας αγγίζει στους “Φίλους” πέρα από το γέλιο τους.

Τέλος δεν μένει τίποτα παραπάνω να πω για τους “Φίλους” από όσα προανέφερα. Είναι μια πολύ αστεία κωμωδία (από τις αγαπημένες μου), γλυκιά, με ωραίες ερμηνείες (ο Philippe Noiret και ο Adolfo Celi είναι έτσι κι αλλιώς τυπάδες) και μουσική, με αξέχαστες σκηνές κι ατάκες, συγκίνηση και ζεστασιά (όπως κάθε καλή ταινία με τον Noiret. Βλέπε Il Postino, Cinema Paradiso…). Ίσως η καλύτερη ταινία για την φιλία.

Fun Fact: Ο Philippe Noiret είναι Γάλλος, παρότι υποψιάζομαι ότι όλοι τον ξέρουμε από το ιταλικό σινεμά.

Καλύτερη σκηνή: Το χόμπι της παρέας στον σταθμό των τραίνων είναι τρομερά δελεαστικό

Τι μας έμεινε: Ζεστασιά, συγκίνηση και ευχαρίστηση που είδαμε μια καλή, ατόφια κωμωδία. Α!…και η επιθυμία να ξανασυναντήσουμε τους φίλους μας.

Τι μας χάλασε: SPOILER! (αν δεν έχεις δει την ταινία προσπέρασε).


Γιατί πρέπει ο Noiret να πεθαίνει πάντα;! Τον πάω πολύ τον τυπά και όλο μου τον σκοτώνουν σε ταινίες!


Ατάκα Award: “What is genius? It is imagination, intuition, decision and speed of execution.”

Περίσταση για να το δεις: Αν αγαπάς τους φίλους σου, αν δεν θες να μεγαλώσεις, αν θες να γελάσεις ή απλά αν φοβάσαι τον θάνατο.